Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

...Ξεκινάμε!


Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε σε συντομευμένη μορφή στο περιοδικό Votre Beaute. Από τη μορφή μαρτυρίας που είχε αρχικά, μεταμορφώθηκε σε διήγημα. Περιλαμβάνεται σε μια ανέκδοτη συλλογή, με τίτλο "Ποδοσφαιρικό ειδύλλιο και άλλες ιστορίες", που θα δημοσιευτεί σιγά- σιγά σε αυτή εδώ τη σελίδα.
Τα σχόλια σας είναι ευπρόσδεκτα και επιθυμητά...
Ο αρχικός τίτλος ήταν "19 σελίδες πριν το τέλος" και έγινε "Ο γέρος χρόνια δεν κοιτά"!
Εννοείται πως τα πρόσωπα, είναι φανταστικά, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν έχουν και πολλά απολύτως πραγματικά στοιχεία...

"...Ντύθηκα όσο πιο απλά και νεανικά μπορούσα. Δεν ήξερα βλέπετε τι θα συναντήσω. Με πρωτοβουλία ενός συμμαθητή μας και ανταλλάσοντας e-mail οι ηρωικοί απόφοιτοι του '79 επρόκειτο να συναντηθούμε το βράδι στο μπαρ -εστιατόριο που είχε ανοίξει ένας άλλος συμμαθητής μας, εγκαταλείποντας (προσωρινά;) μια λαμπρή πανεπιστημιακή καριέρα σε χώρα του εξωτερικού.
Ήταν μια όμορφη βραδιά! Αφού αναγνωρίσαμε ο ένας τον άλλο -σε αρκετές περιπτώσεις με δυσκολία- στρωθήκαμε στα τραπέζια, δοκιμάσαμε θαυμάσιες γεύσεις και φυσικά το κρασί έρεε άφθονο. Όπως ίσως φαντάζεστε η συζήτηση δεν άργησε να φτάσει στις γυναίκες... Ο συμμαθητής μας Β.Κ., καθόταν δίπλα μου. Ενώ μέχρι εκείνη την ώρα ήταν λαλίστατος, ξαφνικά λες και κατάπιε τη γλώσσα του...
Περασμένα μεσάνυχτα η παρέα διαλύθηκε. Καθώς πηγαίναμε προς την ίδια κατεύθυνση ο Β.Κ. ανέλαβε να με οδηγήσει ασφαλώς προς το σπίτι μου. Εγώ φρονίμως ποιών, είχα κατέβει στη συνάντηση με το μετρό...
Παρέμεινε και πάλι σιωπηλός... Λίγο πριν φτάσουμε στο σπίτι, μου έκανε την πιο "κουφή" ερώτηση: "Γράφεις στο Votre Beaute, έτσι δεν είναι;"
Αφού ομολόγησα την αμαρτία μου, συνέχισε:
"Θα σου στείλω κάτι με e-mail. Θέλω -αν μπορείς- να το βάλεις στη στήλη σας για το Sex. Αυτές οι κυρίες που γράφουν, δεν ξέρουν τίποτε από ανδρική ψυχολογία!"
Υπερασπίστηκα βεβαίως την τιμή του περιοδικού, αλλά δεν το παράκανα. Με έτρωγε η περιέργεια να δω τι ήθελε να μοιραστεί ο φίλος μου με το κοινό ενός γυναικείου περιοδικού...
..........................................................................................................

Το πρωί, μόλις άνοιξα τα e-mail μου, το βρήκα εκεί. Ένα τεράστιο κείμενο, με μια μάλλον ενδιαφέρουσα ιστορία. Κρατώντας κάποια αποσπάματα, αποφάσισα να το δώσω με τη σειρά μου στο περιοδικό. Ιδού λοιπόν, μερικά απλά μαθήματα "ανδρικής ψυχολογίας", για να δείτε -κυρίως εσείς που είσαστε 18-25- πως σας βλέπουν οι μεγαλύτεροι άντρες. Ούτε σαν μπαμπάδες, ούτε σαν παππούδες. Σας διαβεβαιώ!

"…Το αίμα σιγά - σιγά σταματούσε. Με τη βοήθεια των δοντιών του κατάφερε να δέσει το μαντήλι έτσι ώστε να μη φαίνεται το αίμα απ' έξω. Έδωσε στον οδηγό δυο δολάρια που είχε έτοιμα στο άλλο του χέρι λέγοντας του να κρατήσει τα ρέστα…"
Ο ήλιος έκαιγε, εγώ τσουρουφλιζόμουνα, αλλά μου ήταν αδύνατο να αφήσω το βιβλίο από τα χέρια μου. Βρισκόμουνα στη σελίδα 277 του "Γυάλινου κελιού" της Πατρίτσια Χάισμιθ. Μου έμεναν μόλις 19 σελίδες για το τέλος. Ο Φίλιπ Κάρτερ, ο ήρωας του βιβλίου, για έξι χρόνια υπέφερε για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε, αποκτηνώθηκε από τους δεσμοφύλακες των κρατικών φυλακών οι οποίοι έφθασαν να τον κρεμάσουν από τους αντίχειρες και εθίστηκε στη μορφίνη. Άσε που η γυναίκα του τον απατούσε. Λίγο ακόμη και θα ήξερα αν θα την έβγαζε καθαρή τώρα που όντως είχε διαπράξει εγκλήματα.


"Δεν είσαι ο Μίλτος;"
Η φωνή ακούστηκε από το υπερπέραν. Για μια στιγμή νόμιζα πως με ρωτούσε η Χέϊζελ, η μοιχαλίς σύζυγος του Κάρτερ. Με δυσκολία και απόλυτη ενόχληση σήκωσα το βλέμμα μου, την ώρα που ο Φίλιπ άλλαζε ταξί για να χάσουν τα ίχνη του. Διότι ναι, ήμουν και είμαι ο Μίλτος και δεν είμαι τόσο αγενής ώστε να αδιαφορήσω πλήρως όταν με καλούν.
Η φωνή, ήταν γυναικεία φωνή και ανήκε σε άγνωστη μελαχρινή καλλονή, αρκετά λιγότερων Μαΐων από αυτούς που εγώ έχω ζήσει στη ζωή μου. Τι παράξενο. Κάπως έτσι είχα φανταστεί τη Χέϊζελ, όταν διάβαζα: "…το μέτωπο της ήταν λείο, χωρίς την παραμικρή ρυτίδα, και το δέρμα της πολύ καθαρό. Ήταν τόσο όμορφη που του φάνηκε εξωπραγματική, σαν πίνακας ζωγραφισμένος σε καμβά ή γυαλί. Τα χείλη της και τα μάγουλα της είχαν ένα φυσικό ρόδινο χρώμα. Το στόμα της ήταν μικρό και τα χείλη της απαλά, τα πιο απαλά χείλη που είχε ποτέ δει και φιλήσει ο Κάρτερ…"
Το βλέμμα μου κύλησε πάνω σε δυο μακριά, καλλίγραμμα πόδια, προσπέρασε με αιδημοσύνη ένα μικροσκοπικό γαλάζιο μαγιό, στάθηκε λίγο παραπάνω απ΄ όσο θα έπρεπε σε έναν αφαλό στολισμένο με σκουλαρίκι, διέσχισε βιαστικά ένα σουτιέν -αφού έριξε μια κλεφτή ματιά στο εξαιρετικά ενδιαφέρον περιεχόμενο, χάιδεψε ένα μακρύ λαιμό και κατέληξε στο πρόσωπο της… Χέϊζελ!
Ήμουνα διχασμένος ή καλύτερα τριχοτομημένος. Από τη μια είχα ενοχληθεί αφάνταστα για τη διακοπή. Ήταν σα να σε διακόπτουν ενώ κάνεις έρωτα και είσαι λίγο πριν την "κορύφωση". Από την άλλη δεν μπορούσα να μείνω κι εντελώς ασυγκίνητος απέναντι στο γοητευτικό πλάσμα που με φώναξε με το όνομα μου. Υπάρχει όμως και το τρίτον. Παρά το γεγονός ότι πολύ θα ήθελα να την γνωρίζω, μου ήταν παντελώς άγνωστη. Με είχε προφανώς μπερδέψει με κάποιον συνονόματο μου.

Κατέστρεψε την απόλαυση της ανάγνωσης χωρίς λόγο. Για μια παρεξήγηση. Η οποία θα λυνόταν σύντομα, η καλλονή θα έφευγε προσφέροντας μου και το θέαμα της πίσω πλευράς της κι εγώ θα προσπαθούσα να συγκεντρωθώ και πάλι στο βιβλίο μου, πράγμα δύσκολο μετά από μια τέτοια συνάντηση. Μια τέτοια γυναίκα ακόμη κι αν σε προσπεράσει στο πεζοδρόμιο, αφήνει κάτι από το άρωμα της πάνω σου, τη φευγαλέα εικόνα της που θολώνει το μυαλό και εξάπτει το σώμα και τη φαντασία…

"Δεν με θυμάσαι;". Ήταν περισσότερο διαπίστωση παρά ερώτηση. Το ερωτηματικό ήρθε και κόλλησε κάπως αργά στη φράση της. Αν ήμουνα το αρκουδάκι ο Γουίνι, θα χτυπούσα με το χέρι το κεφάλι μου και θα έλεγα "σκέψου, σκέψου". Όμως εγώ δεν είμαι αρκουδάκι, είμαι τραπεζικός. Και βρισκόμαστε σε μια παραλία της Λακωνίας και όχι στο Δάσος των Γαλάζιων Ονείρων.
Ομολόγησα συντετριμμένος πως δεν τη θυμόμουν. Προσπάθησε να φρεσκάρει τη μνήμη μου. Ανέφερε το όνομα ενός παλιού συμμαθητή και -πρώην- φίλου μου, του Αντρέα. Ήταν -θεέ μου- η κόρη του!
Είχαν περάσει περισσότερα από δέκα χρόνια από τον άγριο τσακωμό μας με τον πατέρα της, για τις δημοτικές εκλογές -αν θέλετε το πιστεύετε. Εγώ ως συνδικαλιστής και πολιτικοποιημένος ήδη από την πρώιμη εφηβεία μου, συμμετείχα σε μια δημοτική κίνηση, αριστερών και οικολογικών προσανατολισμών. Ο Αντρέας ήταν φίλος και ψηφοφόρος μας, μέχρι εκείνη την αποφράδα ημέρα που μου ανακοίνωσε ότι θα είναι υποψήφιος με τους αντιπάλους. Βγήκα από τα ρούχα μου. Αυτοί που τους βρίζαμε μαζί, που τους κατηγορούσαμε για τη συνεργασία τους με την προηγούμενη δημοτική αρχή, που ήταν ανακατεμένοι "μέχρι τα μπούνια" σε ύποπτες δοσοληψίες…
Οι απαντήσεις και οι εξηγήσεις του Αντρέα δεν με έπειθαν. Τότε μου ήρθε η "φλασιά" που λεει κι η νεολαία. Μα φυσικά! Ο φίλος μου δούλευε στον επιχειρηματία που είχε αναλάβει την κατασκευή του δρόμου, ο οποίος θα διαπερνούσε καταστρέφοντας το άλλοτε καταπράσινο προάστιό μας. Κι εμείς ήμασταν οι μόνοι πραγματικά αντίθετοι. Ο Αντρέας εξυπηρετούσε τα στενά επαγγελματικά του συμφέροντα συμμετέχοντας σε εκείνη την τόσο "βολική" δημοτική κίνηση.
Ουσιαστικά από τότε δεν ξαναμιλήσαμε. Λόγω ευγενείας χαιρετιόμασταν τυπικά αν τύχαινε να πέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο.

Τώρα αυτή που στεκόταν μπροστά μου ήταν η Σοφία. Θυμήθηκα τα λιγνά ποδαράκια που με ακολουθούσαν κάποτε στην άμμο. Το αδύνατο κοριτσάκι που του έλεγα να βάζει πέτρες στις τσέπες του για να μην το πάρει ο άνεμος. Που από μωρό μου έδειχνε μια ιδιαίτερη συμπάθεια, όπως κι εγώ άλλωστε, που κατά τ' άλλα ομολογώ πως δεν έχω τις καλύτερες των σχέσεων με τα παιδιά. Γι' αυτό και δεν θέλησα ποτέ να κάνω δικά μου. Γι' αυτό και με χώρισε τελικώς η γυναίκα μου η Ελένη μετά από επτά χρόνια γάμου και τώρα τα παιδιά της έχουν φθάσει τον αριθμό τρία -αν δεν απατώμαι. Όμως αυτή είναι μια άλλη ιστορία…

Σηκώθηκα από την ψάθα μου και διαπίστωσα πως μετά βίας την έφτανα σε ύψος. Αγκαλιαστήκαμε απαλά και φιληθήκαμε σταυρωτά. Ήμουνα στεγνός και ξερός, αυτή είχε μόλις βγει από τη θάλασσα. Ομολογώ πως αυτό το αθώο άγγιγμα με αναστάτωσε, μέχρι ντροπής!
Πιάσαμε την κουβέντα εκεί όρθιοι κι ύστερα από λίγο καθίσαμε μαζί στην ψάθα. Είχα απαρνηθεί προδοτικά τον Κάρτερ και άκουγα τις αφηγήσεις της "νεαρής παιδίσκης", όπως θα την έλεγε ο Εμπειρίκος, που δεν θα είχε αντισταθεί στον πειρασμό να την φωτογραφίσει, έτσι όπως καθόταν με τα γόνατα λυγισμένα και φόντο τη γαλάζια θάλασσα και τον πύργο που υψωνόταν στην κορυφή των βράχων του μικρού ακρωτηρίου, παραπέμποντας εμφανώς σε συνειρμούς ερωτικού περιεχομένου, κάτι που μόλις είχα σκεφτεί.
Βεβαίως με τη Σοφία δίπλα σου ήταν πολύ εύκολο να ανακαλύψεις στα πάντα ερωτικούς συνειρμούς, ακόμη κι αν δεν ένιωθες ένας φρικτός πορνόγερος όπως εγώ! Μου μιλούσε για τις σπουδές της και τα μάτια μου έπεφταν στα λαχταριστά, αιχμάλωτα στο γαλάζιο ύφασμα, στήθη της. Μου υπενθύμιζε τρυφερές στιγμές της παιδικής της ηλικίας κι εγώ κοιτούσα υπνωτισμένος την μικρή κόκκινη πετρούλα στο σκουλαρίκι που διαπερνούσε τον αφαλό της. Δήλωνε τη στενοχώρια της για τον τσακωμό μου με τον πατέρα της κι εγώ ανακάλυπτα τις σαγηνευτικές ιδιότητες των δακτύλων του ποδιού της που έπαιζαν ασυναίσθητα με την άμμο.
Δεν άντεχα άλλο. Και ο ήλιος κόντευε να με αποτελειώσει. Της είπα πως θα επέστρεφα αμέσως κι έφυγα για μια γρήγορη βουτιά στη θάλασσα. Νόμιζα πως θα τσιτσίριζα βγάζοντας καπνούς σαν τους ήρωες των κόμικς.
Γύρισα δροσισμένος, περπατώντας δήθεν ανέμελα, φροντίζοντας ωστόσο να ρουφήξω την κοιλιά μου και να ορθώσω το σώμα μου. Ευτυχώς στα πενήντα πέντε μου παρέμενα αδύνατος, κι αν όχι γυμνασμένος, τουλάχιστον δεν ήμουνα πλαδαρός. Δεν ένιωθα παρ' όλα αυτά κανενός είδους αυτοπεποίθηση και όλα τα ελαττώματα της εμφάνισής μου τριγύριζαν στο μυαλό μου σαν Ερινύες.
Η Σοφία είχε πάρει στα χέρια της την Χάϊσμιθ. Μου έχασε και τη σελίδα, γεγονός που μου προκάλεσε κάποιον εκνευρισμό. Κι ακόμη χειρότερα, δήλωσε πως είχε διαβάσει το βιβλίο και της άρεσε πολύ, αφού μάλιστα ο ήρωας την "έβγαλε καθαρή" για τους φόνους που είχε διαπράξει.
Έγινα "Τούρκος"- κι αυτό δεν έχει καμιά ρατσιστική χροιά. Μου κατέστρεψε την απόλαυση της ανακάλυψης. Μου είχε πει το τέλος, τη στιγμή που η αγωνία μου είχε κορυφωθεί. Δεν θα ζούσα ποτέ αυτή τη χαλαρωτική στιγμή που όλα τελειώνουν, το τελευταίο κομμάτι του παζλ συμπληρώνει το πορτρέτο κι εσύ κλείνεις το βιβλίο ονειροπολώντας με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης ή απογοητευμένος και συγκινημένος -ανάλογα με τη λύση που δίνει ο συγγραφέας. Δεν θα διάβαζα με κομμένη την ανάσα τις τελευταίες 19 μου σελίδες, δεν θα ένιωθα εκείνη την ταχυπαλμία που μου φέρνει πάντοτε η Χάϊσμιθ. Και για όλα ήταν υπεύθυνη αυτή. Που ήρθε να διακόψει το διάβασμα μου, να ξυπνήσει τις εν υπνώσει αισθήσεις μου και να διαλύσει βίαια τη μοναξιά και τη γαλήνη που είχα επιλέξει για τις φετινές μου διακοπές, κρυμμένος σ' αυτό το χωριουδάκι της Λακωνίας, όπου περίμενα πως κανένα γνωστό δεν θα συναντούσα.
Άσε που μου θύμισε και τον πατέρα της. Κι αυτή δεν ήταν και η πιο ευχάριστη ανάμνηση. Κι εκείνος, όπως κι η κόρη του, συνήθιζε να φυτρώνει εκεί που κανένας δεν τον είχε σπείρει.
Η μια κακή σκέψη έφερνε την άλλη. Είχα μείνει σιωπηλός και ο θυμός πρέπει να είχε ζωγραφιστεί ολοκάθαρα στο πρόσωπο μου. Η Σοφία κατάλαβε το ατόπημα της και μου ζήτησε συγγνώμη.
"Κι εμένα με εκνευρίζει όταν μου το κάνουν αυτό", συμπλήρωσε…


Ο θυμός μου διαλύθηκε σαν χάρτινος πύργος. Τα είπε όλα τόσο χαριτωμένα, που θα έπρεπε να είσαι από πέτρα για να μη τη συγχωρήσεις. Και μετά είναι που μοιραστήκαμε και την κοινή μας αγάπη για την Χάϊσμιθ. Είχε διαβάσει σχεδόν όλα της τα βιβλία και το αγαπημένο της ήταν ο "Ένοχος". Συμφωνούσαμε απολύτως.
Τα κοινά γούστα στο διάβασμα με κάνουν να νιώσω αμέσως πιο κοντά με αυτούς που τα εκφράζουν. Όπως -αντιθέτως- νιώθω μια ψύχρα για όποιον δηλώσει πως π.χ. δεν του αρέσει ο Κούντερα, ο Μαρκές, ο Τσάντλερ ή ο Μυριβήλης.
Στην περίπτωση μιας γοητευτικής γυναίκας η δήλωση της κοινής αγάπης για κάποιο βιβλίο, μοιάζει σαν καλυμμένη ερωτική εξομολόγηση…
Πάντως άλλη εικόνα είχα για τα παιδιά της ηλικίας της. Μου φαινόταν λίγο τρελό να μιλάω για λογοτεχνία με μια εικοσάχρονη. Αλλά βέβαια. Τον πατέρα της μπορούσες να τον κατηγορήσεις για πολλά, όχι όμως για την παιδεία του. Η βιβλιοθήκη του, τα διαβάσματα του, ήταν αξιοζήλευτα. Προφανώς είχε εμφυσήσει αυτή την αγάπη και στην κόρη του.
Ίσως να είχα βάλει κι εγώ ένα λιθαράκι. Θυμάμαι που της χάριζα βιβλία που δεν ήταν της ηλικίας της, αλλά μου άρεσε να της τα διαβάζω κιόλας...

Στη Σάμο

Ήταν κάτι καλοκαιρινά βράδια στη Σάμο, που συνηθίζαμε να παραθερίζουμε όλοι μια παρέα… Η Σοφία ζητούσε εμένα να την κοιμίσω. Αυτό σήμαινε διάβασμα μέχρι τελικής πτώσεως. Όμως το απολάμβανα. Έδινα μια θεατρικότητα, που με είχε κάνει τον αγαπημένο της αφηγητή.
Και να τι θυμήθηκα ξαφνικά. Τελειώναμε το "Παραμύθι χωρίς όνομα" της Δέλτα και είχαμε φτάσει εκεί που ο Συνετός ζητάει από τη Γνώση να γίνει γυναίκα του και βασίλισσα του. Τότε η Σοφία ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της, με αγκάλιασε και μου δήλωσε με σοβαρότητα πως αυτή όταν μεγαλώσει θα παντρευτεί εμένα. Όταν της θύμισα πως ήμουν ήδη παντρεμένος, αυτή απάντησε πως δεν την πειράζει. Πρέπει να ήταν γύρω στα έξι.
Της είπα γι' αυτή την ανάμνηση κι αυτή τι νομίζετε πως μου απάντησε;
"Νομίζω πως πάντοτε ήμουνα λίγο ερωτευμένη μαζί σου. Ζήλευα την Ελένη και δεν ήθελα ούτε να τη βλέπω. Ξέρεις εγώ της είχα πάρει το καλό της το δαχτυλίδι…"
Αυτό πια ήταν από τα άγραφα. Θυμάμαι που είχαμε αναστατώσει όλο το Καρλόβασι και το Ποτάμι ψάχνοντας για το περίφημο μονόπετρο της Ελένης, που της το είχα χαρίσει απολύτως ρομαντικά όταν τη ζήτησα σε γάμο μετά από επτά χρόνια σχέσης. Παρεμπιπτόντως, όσο κι αν κάτι τέτοιο μου είναι απεχθές, θα πρέπει να δηλώσω πως πράγματι η δική μου ζωή ακολουθεί επταετείς κύκλους. Ακόμη και στο σχολείο από το οποίο αποφοίτησα οι γυμνασιακές σπουδές κρατούσαν επτά χρόνια. Και το Πανεπιστήμιο επτά χρόνια έκανα να το τελειώσω -όσο κράτησε η δικτατορία. Ήμουν βλέπετε φοιτητής από το 1967 έως το 1974. Όμως εκεί έβαλε το χεράκι της και η χούντα με την επιστράτευση. Αλλά κι αυτό είναι μια άλλη ιστορία… Πάντως ποτέ μου δεν πίστεψα σε γκουρού, σε υπερβατικές θεωρίες, ωροσκόπια και εναλλακτικές θεραπείες -αν με εννοείτε.
Για να γυρίσουμε όμως στο δαχτυλίδι, την Ελένη όταν ανακάλυψε ότι το είχε χάσει, την έπιασε υστερική κρίση. Το πήρε βλέπετε και για κακό σημάδι. Δεν είχε κι άδικο. Ο γάμος μας έπνεε τα λοίσθια, σαν παλιό αμάξι σε ανηφόρα. Παίζαμε λοιπόν το πούντο- πούντο το δαχτυλίδι, χωρίς καμία κεφάτη διάθεση- σαρώνοντας την παραλία σαν αστυνομικοί στο τόπο του εγκλήματος. Μετά ακολουθήσαμε το μονοπάτι πλάι στο ποτάμι, διασχίσαμε τα ερείπια των βυρσοδεψείων, αναστατώσαμε μπαρ και ταβέρνες. Το δωμάτιο στο ξενοδοχείο, το κάναμε φύλλο και φτερό. Αποτέλεσμα μηδέν.
Λίγες μέρες αργότερα βρέθηκε ως δια μαγείας στην μπιζουτιέρα. Αυτό αντί να μας ανακουφίσει και να μας ηρεμήσει προκάλεσε θύελλα. Εγώ έγινα έξαλλος, την έβρισα που μας αναστάτωσε όλους, μας χάλασε τις διακοπές μας, γιατί δεν είχε ψάξει καλά την μπιζουτιέρα της. Αν είναι δυνατόν… Αυτός ο καβγάς έκανε το γυαλί να ραγίσει για τα καλά. Σχεδόν να σπάσει. Αντέξαμε λίγους μήνες ακόμα, που πέρασαν μέσα σε πολεμικό κλίμα. Πριν από τα Χριστούγεννα είχαμε χωρίσει από κλίνης και τραπέζης.

Και τώρα μάθαινα πως υπεύθυνη ήταν η Σοφία και η ζήλια της. Είχε αρπάξει το δαχτυλίδι και το είχε κρύψει στον αρκούδο που έσερνε πάντοτε μαζί της. Ένα πάνινο, διαλυμένο ζωάκι με φερμουάρ. Όταν ήταν μόνη της το έβγαζε και το φορούσε. Της έπεφτε λίγο μεγάλο, αλλά δεν την πείραζε. Παρίστανε την παντρεμένη -μαζί μου. Η απουσία μου δεν την ενοχλούσε. Αντιθέτως άφηνε την φαντασία της ελεύθερη. Όχι μόνο ήμασταν παντρεμένοι, αλλά είχαμε και παιδί. Τον αρκούδο!
Όμως βλέποντας τα νεύρα γύρω της και τις άκαρπες έρευνες μας, από τη μια χαιρόταν γιατί η Ελένη κι εγώ σχεδόν δε μιλιόμασταν, από την άλλη φοβόταν πως αν την ανακαλύπταμε, η τιμωρία της θα ήταν φοβερή. Έτσι μετά από μερικές μέρες αμφιταλαντεύσεων αποφάσισε να επιστρέψει το δαχτυλίδι εκεί που το είχε βρει: στην μπιζουτιέρα. Από τότε, πρώτη φορά μιλούσε γι' αυτό…

Η επιθυμία μου να την αγγίξω έγινε ασυγκράτητη. Αρκέστηκα να πιάσω το χέρι της και να το χαϊδέψω απαλά. Το χέρι ανταποκρίθηκε και έσφιξε το δικό μου, καθώς η Σοφία με κοιτούσε στα μάτια συγκινημένη. Μόλις μου είχε κάνει μια καθυστερημένη ερωτική εξομολόγηση.

Ήταν όμως -καθώς φαίνεται - η μέρα των διακοπών, και δεν εννοώ των καλοκαιρινών. Πάνω στην τρυφερή στιγμή που τη διαπότιζε μια μαγεία και την φλόγιζε ο ήλιος του Αυγούστου, μια φωνή έπεσε -σαν σφυρί πάνω σε κρύσταλλο:
"Η κορούλα σας;"
Αυτή τη φορά το βλέμμα μου, μη βρίσκοντας τίποτε το ενδιαφέρον, προσγειώθηκε με ταχύτητα στο πρόσωπο του κύριου Αλέξανδρου. Ήταν κι αυτός μοναχικός παραθεριστής όπως εγώ. Εκεί σταματούσαν οι ομοιότητές μας. Διότι, πρώτον, με περνούσε αρκετά χρόνια, αν κι έκανε πως δεν το καταλάβαινε. Όσο κι αν τον διόρθωνα, επέμενε να λεει για τα "δικά μας χρόνια" (εγώ γεννήθηκα λίγο πριν το τέλος του Εμφυλίου, ενώ αυτός είχε ζήσει και τη δικτατορία του Μεταξά) και γενικώς να με εκνευρίζει αντιμετωπίζοντάς με σαν συνομήλικο.
Δεύτερον, εγώ είχα έρθει εδώ για να απομονωθώ, ενώ αυτός για να βρει παρέα. Και το χειρότερο θεωρούσε εμένα ως την καλύτερη παρέα κι όποτε με έβλεπε καθόταν δίπλα μου και έπιανε την κουβέντα, αν με συναντούσε σε περίπατο με ακολουθούσε -όσο κι αν προσπαθούσα να τον εξαντλήσω- και στις ταβέρνες είχε γίνει ο εφιάλτης μου, αφού με αναζητούσε και καθόταν πάντοτε στο τραπέζι μου, χωρίς να ζητήσει βεβαίως την άδεια.
Όσο για τα θέματα που τον απασχολούσαν, είχαν πάντοτε να κάνουν με την υγεία. Στην κορυφή του top ten βρισκόταν το "αποχετευτικό", το οποίο περιελάμβανε μικροπροβλήματα ακράτειας, δυσκοιλιότητα, αιμορροΐδες και άλλα τέτοια που φρόντιζε να τα θίγει κατά τη διάρκεια του δείπνου, παίρνοντας αφορμή από τα όσα έτρωγα κι έπινα. Το κόκκινο κρασί π.χ. έκανε κακό στις αιμορροΐδες, ενώ η απουσία φρούτων από το μενού, σαφώς επιδείνωνε τα προβλήματα δυσκοιλιότητας. Γι' αυτή την τελευταία έκανε "ζουμερές" περιγραφές των προσπαθειών του, που αρνούμαι αν μεταφέρω στο χαρτί.
Στο νούμερο δύο βρίσκονταν οι ρευματισμοί, κι ακολουθούσε η υπέρταση, περνώντας με βραχεία κεφαλή τη φλεβίτιδα -"το ξέρετε πως παθαίνουν κι οι άντρες;"- και τους κιρσούς…
Μετά από κάθε συνάντηση με τον κύριο Αλέξανδρο, όταν γύριζα στο δωμάτιο με έπιανε κρίση πανικού. Ψαχνόμουνα να ανακαλύψω από τι μπορεί να έπασχα. Μια νύχτα μάλιστα, αφού είχα καταναλώσει μια πιατέλα "γκόγκες" (τοπικά χειροποίητα ζυμαρικά) και μισό κιλό παϊδάκια, θεώρησα την βαρυστομαχιά μου έμφραγμα κι έφτασα στο Κέντρο Υγείας των Μολάων μεσάνυχτα ζητώντας να μου κάνουν καρδιογράφημα…
Στη βάναυση παρέμβαση του κύριου Αλέξανδρου, απάντησα -ελαφρώς άγρια- πως όχι η Σοφία δεν είναι η "κορούλα μου", αλλά η κόρη ενός παλιού φίλου. Δεν φαντάζομαι να πιστέψατε ότι αποσύρθηκε ησύχως, αφού λύθηκε η απορία του. Στήθηκε από πάνω μας σαν το χάρο και βομβάρδισε την καινούργια παρουσία της παρέας μας με κάθε είδους ερωτήσεις.
Για να πω τη μαύρη αλήθεια, έτσι ενημερώθηκα κι εγώ πως η Σοφία και η παρέα της έκαναν το γύρο της Πελοποννήσου, πως είχαν φθάσει εκείνο το πρωί και σκόπευαν να μείνουν μέχρι να περάσει η "μπόρα" του Δεκαπενταύγουστου, δηλαδή τέσσερις- πέντε μέρες, και μετά θα συνέχιζαν για Ελαφόνησο όπου θα έκαναν κάμπινγκ. Το καταπληκτικό είναι ότι μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο και μάλιστα σε διπλανά δωμάτια, αφού ένα παιδί της παρέας ήταν ανιψιός της αεικίνητης κυρίας Ευτυχίας, που διοικούσε με μαεστρία τα οκτώ δωμάτια και τα τέσσερα διαμερίσματα του "Μώλου", καταφέρνοντας πάντοτε να είναι χαμογελαστή και να σου μεταδίδει μια θετική ενέργεια.

Η ανάκριση έλαβε τέλος, διότι ευτυχώς, ο γιατρός του κύριου Αλέξανδρου του είχε επιστήσει την προσοχή στο ζήτημα της έκθεσης στον ήλιο και μάλιστα κατά τις μεσημβρινές ώρες. Εννοείται πως πριν φύγει νουθέτησε κι εμάς, επισείοντας το φόβο του καρκίνου του δέρματος και εκνευρίζοντας με, με την τελευταία του παρατήρηση: "Μην κοιτάτε εμάς δεσποινίς, εμείς την έχουμε ζήσει τη ζωή μας. Εσείς που βρίσκεστε στο άνθος της ηλικίας σας θα πρέπει να προσέχετε περισσότερο".
Άλλες σκέψεις όμως είχαν αρχίσει αν κατατρύχουν το μυαλό μου. Το διπλανό μου διαμέρισμα -εκεί που έμενε η Σοφία με την παρέα της- είχε δυο δωμάτια. Το ένα με διπλό κρεβάτι, το άλλο με δυο μονά. Προοριζόταν συνήθως για ζευγάρια με παιδιά, αν και μέχρι προχθές έμενε εκεί μια τριάδα συνταξιούχων που μου προκαλούσε μέγιστη απέχθεια. Τέλος πάντων. Αυτό που τώρα με απασχολούσε ήταν σε ποιο κρεβάτι και κυρίως με ποιόν κοιμόταν η Σοφία. Μήπως με τον ανιψιό της κυρίας Ευτυχίας; Θα μου πείτε ότι προχώρησα πολύ. Τι περίμενα δηλαδή; Πως μη μπορώντας να ξεπεράσει τον παιδικό της έρωτα για μένα -τελευταία φορά που την είχα δει ήταν έντεκα - δώδεκα χρονών- έβαλε ντετέκτιβ για να μάθει που βρίσκομαι (σχεδόν κανείς δεν το ήξερε), με ακολούθησε, ήρθε να με βρει σα να έπεσε από τον ουρανό την ώρα που διάβαζα Χάϊσμιθ - επίσης είχε φροντίσει να ενημερωθεί για τα βιβλία που είχα μαζί μου ώστε να εκφράσει τα ίδια γούστα με τα δικά μου- και τώρα ήταν έτοιμη για τη μεγαλύτερη ερωτική περιπέτεια της ζωής της;
Θυμόμουνα αμυδρά πως το είχα δει να συμβαίνει σε κάποιο τηλεοπτικό σήριαλ, αλλά προφανώς δεν ήταν αυτή η περίπτωση μας. Και βεβαίως όσο κι αν με συγκινούσε η παρουσία της, δεν είχα και πολλές (εντάξει λίγες είχα) ψευδαισθήσεις για την ακαταμάχητη γοητεία μου. Δεν ήμουν ο Παπανδρέου κι αυτή δεν ήταν η Λιάνη μου. Μπορούσα να αρκεστώ και στην απλή παρέα μαζί της. Όσο κι αν φαίνεται μαζοχιστικό, αυτή η αναστάτωση, αυτό το ξύπνημα των αισθήσεων μετά από μια μακρά περίοδο βουβαμάρας, είχε από μόνο του κάτι το θετικό κι ελπιδοφόρο.
Λίγα πρόσωπα με συγκινούσαν πια. Συχνά βαριόμουνα ακόμη και τους φίλους μου. Ίσως και να ήθελα αενάως να παίζω το ερωτικό παιχνίδι, όμως στην ηλικία μου τα πράγματα έπαιρναν ένα σοβαρό δρόμο που με τρόμαζε. Μου αρκούσε ένας γάμος. Όσο για τις γυναίκες που υποτίθεται ότι μου ταίριαζαν (σαράντα και άνω) υπήρχαν ένα σωρό προβλήματα, που βαριέμαι να επαναλάβω.
Υποτίθεται πως είχα γίνει και τελειομανής. Η μια μου ξίνιζε, η άλλη μου βρομούσε. Κι αν θέλετε να ξέρετε, ως διευθυντής τραπέζης ήμουνα και περιζήτητος γαμπρός. Κάτι που περισσότερο με ενοχλούσε, παρά με κολάκευε. Τη δουλειά άλλωστε τη θεωρούσα πάντοτε δευτερεύουσα στη ζωή μου και ποτέ δεν είχα βάλει σκοπό να ανέλθω στα υψηλά κλιμάκια. Απλώς έγινε με το χρόνο. Έστω και αργά, η τυπική διεκπεραίωση των καθηκόντων μου με έφερε επικεφαλής ενός ήσυχου υποκαταστήματος, που συνεχώς σχεδιάζεται να κλείσει λόγω μειωμένης κίνησης…
Το μυαλό μου -όπως πάντα- έκανε άλματα... Κι όμως μετά την αποχώρηση του κυρίου Αλέξανδρου, η κουβέντα μας συνεχιζόταν αβίαστη κι ευχάριστη, ποτισμένη με αρκετές αναμνήσεις. Ήταν ένα κορίτσι αστραφτερό, όλο ζωντάνια. Θυμήθηκα την Άννα , τη μητέρα της. Της έμοιαζε κάπως. Αν και θα έλεγα πως είχε πάρει τα καλύτερα στοιχεία και των δυο γονιών της.
Κι αν η Σοφία μου ομολόγησε τον παιδικό της έρωτα για μένα, εγώ ποτέ δεν θα της ομολογούσα τα συναισθήματα που ένιωσα κάποτε για τη μητέρα της. Ούτε για το παρ' ολίγον ερωτικό μας βράδυ, που έκλεισε με ένα φιλί και ποτέ δεν ξαναμιλήσαμε γι' αυτό… Τα πήρε κι αυτά ο χρόνος.
Και τώρα έχω κοντά μου την κόρη που ξεκαρδίζεται στα γέλια με τις καυστικές παρατηρήσεις μου για τον κύριο Αλέξανδρο και το "αποχετευτικό του σύστημα".

Και τότε έρχεται η τρίτη διακοπή της ημέρας. Πάνω στα γέλια. Ένας νεαρός - "ογκώδης άγνοια -κτηνώδης δύναμη"- μας πλησιάζει κρατώντας το κινητό του στο χέρι. Παίζει κάποιο παιχνίδι. Πλησιάζει ολοένα και πιο απειλητικά. Είμαι σίγουρος ότι μας ρίχνει κλεφτές ματιές, όταν του το επιτρέπει η οθόνη του κινητού του. Μα αυτός δεν είναι… αναρωτιέμαι. Ναι σίγουρα. Ο μυώδης και εξαιρετικά ψηλός νεαρός δεν είναι άλλος από τον Δ… τον γνωστό μπασκετμπολίστα που έχει κάνει καριέρα και στο εξωτερικό.
Τότε έρχεται αναπάντεχα κι η απάντηση στα ερωτήματα μου. Ο νεαρός αστέρας της Εθνικής μας σκύβει πάνω από τη Σοφία, την ρωτάει που χάθηκε και αφού φιλιούνται περιπαθώς, μου κάνει την τιμή να με κοιτάξει και η μελαχρινή κόρη μας συστήνει. "Ο Μίλτος, είναι παλιός οικογενειακός φίλος. Ο Πέτρος…"
Δηλώνω πως ασφαλώς και γνωρίζω τον Πέτρο, αν και δεν είμαι και πολύ φίλος του μπάσκετ. Ο μαντράχαλος απλώνεται δίπλα της και την αρπάζει με τη χερούκλα του. Γρήγορα διαπιστώνω πως ο χαρακτηρισμός "ογκώδης άγνοια- κτηνώδης δύναμη", του ταιριάζει απόλυτα. Αφού προσπαθεί για λίγο να συμμετάσχει στη κουβέντα μας, μη μπορώντας να μας παρακολουθήσει, βυθίζεται και πάλι στο ηλίθιο παιχνίδι του, διακόπτοντας, που και που, για να δείξει στη καλή του το νέο του ρεκόρ.
Αναρωτιέμαι, δικαίως πιστεύω, τι μπορεί να του βρίσκει η διανοούμενη Σοφία. Εντάξει είναι ψηλός, είναι ωραίος, είναι πλούσιος, είναι διάσημος, και αν εξαιρέσεις τα ακατανόητα μουγκρητά που βγάζει παίζοντας, φαίνεται και συμπαθής. Κι όμως κάτι δεν μου "κολλάει". Αν καταφέρναμε ξανά να μείνουμε μόνοι, σκεφτόμουνα να την ξεψαχνίσω.

Όμως το παιχνίδι στο κινητό τέλειωσε και ο Πέτρος είπε πως θα τους περιμένουν τα παιδιά. Προφανώς αυτοί ήθελαν να μείνουν μόνοι και η υποτιθέμενη αναμονή της παρέας τους ήταν ένα πρόσχημα. Σημείωσα πως ο Πέτρος δεν ήταν καθόλου καλός στο να λεει ψέματα.

Πάντως πριν φύγουν δώσαμε ραντεβού το βράδυ, μετά από πρόταση της Σοφίας, στην είσοδο του ξενοδοχείου. Εγώ ανέλαβα την επιλογή της ταβέρνας όπου θα δειπνούσαμε όλοι παρέα. Σκέφτηκα πως με κάλεσαν από οίκτο. "Ο καημένος ο γέρος είναι μόνος του", θα σκέφτηκαν. Η καλοσύνη τους μου έδινε στα νεύρα.
Προσπάθησα να διαβάσω τις τελευταίες 19 μου σελίδες, όμως στάθηκε αδύνατον να παρακολουθήσω τη διαδρομή του Κάρτερ με τα δεύτερο ταξί. Μήπως η βλακεία είναι κολλητική;
Σύρθηκα στο δωμάτιο μου, όπου αφού έφαγα λίγο καρπούζι έπεσα να κοιμηθώ…

-------------------------------------------------------------------------------------

Κρατιόμασταν από το χέρι κι ανεβαίναμε τρέχοντας τις σκάλες του ξενοδοχείου. Με κάποιον μαγικό τρόπο είχαμε απαλλαγεί απ' όλους τους άλλους: Την παρέα της Σοφίας και τον κύριο Αλέξανδρο, που δεν είχε χάσει την ευκαιρία να δειπνήσει μαζί μας. Άνοιξα με τρεμάμενο χέρι την πόρτα του δωματίου μου. Μπήκαμε μέσα με φόρα και μόλις η πόρτα έκλεισε πίσω μας, πέσαμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου με πρωτόγνωρο πάθος. Σα να περιμέναμε χρόνια αυτή τη στιγμή. Φιλιόμασταν και ξεντύναμε με ταχύτητα ο ένας τον άλλο. Σύντομα τα χείλια μου εξερευνούσαν πόντο- πόντο το κορμί που είχα θαυμάσει στην παραλία.
Πέσαμε στο πάτωμα και τότε, στη στιγμή της πλήρους έκστασης, ξαφνικά κάτι δεν πήγαινε καλά. Όπως θα έλεγε κι ο Μοράβια, "Αυτός" αρνιόταν να συνεργαστεί. Μείναμε γυμνοί κι αγκαλιασμένοι, ενώ η Σοφία προσπαθούσε να με παρηγορήσει, ρίχνοντας βάλσαμο στις πληγές του παραπαίοντος ανδρισμού μου…

…Και τότε ξύπνησα καταϊδρωμένος και απελπισμένος. Δεν ήταν παρά ένα όνειρο… Που εγώ όμως το θεώρησα προφητικό. Ένα κακό σημάδι. Τι μου συνέβαινε; Αρκετά ενοχλημένος ανακάλυπτα πως γινόμουνα προληπτικός. Και σας είπα πόσο σιχαίνομαι τέτοιου είδους πράγματα.
Έφτιαξα ένα δυνατό φραπέ, άναψα τσιγάρο και βγήκα στο μπαλκόνι. Λάθος! Αντί να συνέλθω, ένιωσα χειρότερα. Βλέπετε, οι ήχοι που έρχονταν από το διπλανό δωμάτιο δεν επιδέχονταν παρά μόνο μια ερμηνεία. Το ρυθμικό τρίξιμο του κρεβατιού, τα λαχανιάσματα και τα βογκητά, ήταν ασφαλή σημάδια ότι λίγα μέτρα από μένα, λάμβανε χώρα μια πραγματική ερωτική συνεύρεση, που πολύ απείχε από τις δικές μου θλιβερές φαντασιώσεις.
Κάπου είχα διαβάσει ότι οι μοναχοί θεωρούν ως εξαιρετικά επικίνδυνες τις μεσημεριανές ώρες. Τότε λεει σου επιτίθεται ο δαίμονας κι εσύ είσαι πλέον ευάλωτος στις ορέξεις του. Μετά πρέπει να κάνεις πολλές μετάνοιες, νηστείες και προσευχές. Όλα τα δέοντα, τέλος πάντων που κάνουν οι καλόγεροι, εξ ου και η έκφραση "βαριά η καλογερική". Εμένα ο δαίμονας μου είχε επιτεθεί με σάρκα και οστά. Μόνο που αντί να έχει κέρατα, ουρά και τρίαινα, ήταν ένας πανύψηλος νεαρός που κρατούσε μια μπάλα του μπάσκετ.

Ρούφηξα τον καφέ μου στα γρήγορα, φόρεσα το μαγιό μου κι έτρεξα να βυθιστώ στην αγκαλιά της θάλασσας. Κολύμπησα πάνω από μια ώρα. Όταν βγήκα ήμουνα κατάκοπος, αλλά το μυαλό μου είχε κάπως καθαρίσει.

Τότε πήρα την απόφαση. Θα έφευγα!
Άφησα ένα σύντομο και τυπικό αποχαιρετιστήριο σημείωμα, όπου πρόσθεσα την τελευταία στιγμή και τον αριθμό του τηλεφώνου μου. Η ελπίδα, όπως λένε, πεθαίνει τελευταία…"

Αντί επιλόγου, ένα υστερόγραφο
ΥΓ. Είχα ήδη στείλει το κείμενο, όταν ένα τηλεφώνημα ήρθε να δώσει μια αναπάντεχη συνέχεια στην ιστορία. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Β. Μόνον που η φωνή του ήταν αγνώριστη. Δεν τον είχα ακούσει ποτέ τόσο χαρούμενο:
"Παντρεύομαι!"
"Να ζήσετε..." είπα με κάποια αμηχανία. Είμαι ο χειρότερος άνθρωπος για να δίνω ευχές. Ποτέ δεν ξέρω τη σωστή. Το Πάσχα λεω "Χρόνια Πολλά"
και τα Χριστούγεννα "Αληθώς ο Κύριος"!
Αυτή τη φορά, ωστόσο, είχα πει τη σωστή γιατί ο Β. με ευχαρίστησε, για να μου δώσει μετά το επόμενο χτύπημα:
"Ξέρεις με ποιά παντρεύομαι;"
"...."
"Με τη... "Σοφία" που σου έγραψα. Και δεν την λένε βέβαι έτσι..."
"Μήπως είναι και συνομήλική σου;", είπα κάνοντας αδέξια χιούμορ. Μάλλον το πήρε σοβαρά:
"Την περνάω 28 χρόνια, αλλά δεν μας πειράζει!" (Ναι εσένα γιατί να σε πειράξει, σκέφτηκα). "Θα σου στείλω και φωτογραφία... Κοίτα να δεις κι εκείνο το κείμενο... Καταλαβαίνεις!"
Ήταν η σειρά μου να εκδικηθώ: "Πολύ αργά! Το περιοδικό είναι ήδη στο τυπογραφείο", είπα ψέματα.
...............................................................................................................................
Όταν είδα και τη φωτογραφία της μελαχρινής θεάς στο e-mail μου, έστειλα χωρίς δισταγμό και αυτές τις σειρές. Μάλλον θα είναι το τέλος μιας δυνατής φιλίας!