Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Η κριτική επιτροπή του Α Διαγωνισμού Διηγήματος Στέλλιος Ξεφλούδας

Ανακοινώθηκαν τα ονόματα των μελών της Κριτικής Επιτροπής που απαρτίζεται από:
-Την εκπαιδευτικό και ποιήτρια Γιώτα Διέννη
-Τον Καθηγητή και συγγραφέα Νικόλαο Μοσχολιό
-Τη δημοσιογράφο Χριστιάνα Σταματέλου
-Το δημοσιογράφο και συγγραφέα Κώστα Στοφόρο
-Το δικηγόρο και συγγραφέα Δημήτρη Χαλατσά.

Ήδη οι πρώτες συμμετοχές άρχισαν να έρχονται στα γραφεία του Προοδευτικού Συλλόγου "Τα Καστέλλια" (Σίνα & Δαφνομήλη 1Α- Αθήνα 10680)

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Α Διαγωνισμός Διηγήματος "Στέλιος Ξεφλούδας": Που θα σταλούν τα κείμενα/ Στοιχεία για τον Καστελλιώτη λογοτέχνη



Όπως ανακοινώθηκε από τον Προοδευτικό σύλλογο "Τα Καστέλλια" τα κείμενα για τον Α Διαγωνισμό Διηγήματος "Στέλιος Ξεφλούδας" θα πρέπει να αποσταλούν μέχρι τις 31 Μαρτίου 2010 στη διεύθυνση:
Σίνα & Δαφνομήλη 1, Αθήνα 10680
Με την ένδειξη:
Προς Προοδευτικό Σύλλογο "Τα Καστέλλια" για τον Διαγωνισμό Διηγήματος.

Υπενθυμίζω τους όρους του διαγωνισμού:
O Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια» προκηρύσσει τον Α’ Διαγωνισμό Διηγήματος «Στέλιος Ξεφλούδας».
Στόχοι του διαγωνισμού είναι:
-Να προβληθεί το έργο του Καστελλιώτη δημιουργού που θεωρείται ο εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στην Ελληνική λογοτεχνία
-Να δοθεί η δυνατότητα ανάδειξης νέων συγγραφέων μέσα από το διήγημα και το γραπτό λόγο.
Ο διαγωνισμός, απευθύνεται σε όσους μετέχουν της Ελληνικής Παιδείας και γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας χωρίς όριο ηλικίας. Οι υποψήφιοι μπορούν να συμμετέχουν με ένα μόνο διήγημα το οποίο να μην έχει ποτέ δημοσιευθεί. Το καθένα, δεν πρέπει να ξεπερνά τις 3000 λέξεις.
Ως θέμα του Αʼ Διαγωνισμού επιλέγεται η «Επιστροφή στο χωριό»
Η ανάπτυξη του θέματος θα πρέπει να έχει τη μορφή «εσωτερικού μονολόγου»

Τα διηγήματα που θα ξεχωρίσουν, θα δημοσιευτούν σε ειδική Ανθολογία. Για την συγκεκριμένη έκδοση οι συγγραφείς παραχωρούν αυτοδίκαια στους οργανωτές τα πνευματικά τους δικαιώματα.

Σε κάθε διακριθέντα θα απονεμηθεί και ειδικό αναμνηστικό τιμητικής διάκρισης και 1 CD με το αρχείο της εφημερίδας «Καστελλιώτικα Νέα».
Επίσης:
Στον 1ο διακριθέντα θα απονεμηθεί και laptop
Στον 2ο διακριθέντα θα απονεμηθεί σειρά βιβλίων
Στον 3ο διακριθέντα θα απονεμηθεί σειρά βιβλίων
Στους επόμενους 3 διακριθέντες ειδικός έπαινος.

Και όσον αφορά στους 10 πρώτους διακριθέντες (Σ.Σ. προσοχή υπάρχει αλλαγή από την αρχική δημοείευση όπου αναφερόταν ότι θα συμπεριληφθούν στην έκδοση τα πρώτα 16 διηγήματα), τα διηγήματά τους θα συμπεριληφθούν στην Ανθολογία η οποία θα εκδοθεί. Τα διηγήματα υποβάλλονται ταχυδρομικά με την ένδειξη «Για τον Αʼ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό». Τελευταία ημέρα κατάθεσης ορίσθηκε η 31η Μαρτίου του 2010, με αποδεικτικό στοιχείο τη σφραγίδα του Ταχυδρομείου.

Τα διηγήματα υποβάλλονται δακτυλογραφημένα σε επτά (7) αντίτυπα. Κάτω απʼ τον τίτλο του διηγήματος αναγράφεται υποχρεωτικά ψευδώνυμο του συγγραφέα. Μέσα στο φάκελο αποστολής πρέπει να υπάρχει δεύτερος κλειστός φάκελος αλληλογραφίας, που εξωτερικά θα φέρει το ψευδώνυμο. Μέσα είναι τα πραγματικά στοιχεία όπως: όνομα – επώνυμο - πατρώνυμο, έτος και τόπος γέννησης, διεύθυνση μόνιμης κατοικίας, τηλέφωνα επικοινωνίας και e-mail. Οι φάκελοι με τα πραγματικά στοιχεία θα ανοιχθούν μόνο στην περίπτωση διάκρισης του διηγήματος.

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η βράβευση θα γίνει σε ειδική πανηγυρική εκδήλωση, τον Αύγουστο του 2010 στα Καστέλλια.

Μερικά στοιχεία για τον Στέλιο Ξεφλούδα
H περίφημη φωτογραφία της γενιάς του ’30. H «ιστορική φωτογράφιση» έλαβε χώρα στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά. Oρθιοι: Θανάσης Πετσάλης, Hλίας Bενέζης, Oδυσσέας Eλύτης, Γιώργος Σεφέρης, aντρέας Kαραντώνης, Στέλιος Ξεφλούδας και Γιώργος Θεοτοκάς. Kαθισμένοι: aγγελος Tερζάκης, K. Θ. Δημαράς, Γιώργος Kατσίμπαλης, Kοσμάς Πολίτης και aνδρέας Eμπειρίκος. H φωτογραφία πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Tα Nέα» (3 aπριλίου 1963) και έκτοτε έχει αναδημοσιευθεί πολλές φορές.


Η συντροφιά των "Μακεδονικών Ημερών" το 1938. Διακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά. Όρθιοι: Τάκης Βαρβιτριώτης, Γ. Θέμελεης, Στρ. Δούκας, Ν. Γ. Πεντζίκης, Στ. Ξεφλούδας, Αντ. Λεβής. Καθισμένοι: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Βασ. Τατάκης, Π. Σπανδωνίδης, Αλκ. Γιαννόπουλος, Γ. Δέλιος. Από το Αρχείο του ποιητή.

Βιο-γραφικά από το ΕΚΕΒΙ (λανθασμένα αναπαράγεται η πληροφορία ότι γεννήθηκε στην Άμφισσα το 1901/2- στην πραγματικότητα γεννήθηκε στα Καστέλλια το 1899)

ΣΤΕΛΙΟΣ ΞΕΦΛΟΥΔΑΣ (1901 [1902] -1984)

Ο Στέλιος Ξεφλούδας γεννήθηκε στην Άμφισσα, πέρασε τα γυμνασιακά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη και γράφτηκε στη Φιλολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Παρακολούθησε επίσης μαθήματα στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (1928) και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη, όπου δίδαξε στο Ιταλικό Γυμνάσιο και το 1941 μετατέθηκε στο Υπουργείο Παιδείας. Ιδρυτικό μέλος του περιοδικού Μακεδονικές Ημέρες και μέλος της Ομάδας των Δώδεκα. Θεωρείται ως ο εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στη νεοελληνική πεζογραφία. 1. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Στέλιου Ξεφλούδα βλ. Μπερλής Άρης, «Στέλιος Ξεφλούδας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Στ΄, σ.268-315. Αθήνα, Σοκόλης, 1993, και Σταμέλος Δημήτρης, «Ξεφλούδας Στέλιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

• Άγρας Τέλλος, «Μια ματιά στη λογοτεχνική Θεσσαλονίκη - Πρόσωπα και κείμενα», Ελληνικά Φύλλα5, 7/1935σ.144κ.εξ.
• Βαρίκας Βάσος, «Μαρτυρία για το σήμερα. Στέλιου Ξεφλούδα: Δον Κιχώτης», Συγγραφείς και κείμεναΑ΄ (1961-1965), σ.134-136. Αθήνα, Ερμής, 1975 (πρώτη δημοσίευση στην εφημερίδα Το Βήμα, 10/2/1963).
• Δέλφης Φοίβος, Στέλιος Ξεφλούδας· Ο συγγραφέας κ’ ο στοχαστής. Αθήνα, Το ελληνικό βιβλίο, 1978.
• Καζαντζής Τόλης, Η πεζογραφία της Θεσσαλονίκης 1912-1983, σ.175-182. Θεσσαλονίκη, Βάνιας, 1991.
• Κόρφης Τάσος, «Δυο μικρά κείμενα για το Στέλιο Ξεφλούδα και τον Ασημάκη Πανσέληνο», Πόρφυρας33 (Κέρκυρα), 2/1986, σ.153-155.
• Κόρφης Τάσος, «Ο άνθρωπος και ο πόλεμος χωρίς μύθο», Τομές36, 5/1978, σ.51-52 (τώρα και στον τόμο Ματιές στη λογοτεχνία του μεσοπολέμου· Δοκίμια, σ.179-181. Αθήνα, Πρόσπερος, 1991).
• Μπακόλας Νίκος, «Πεζογράφοι της Θεσσαλονίκης», Διαβάζω128, 9/10/1985, σ.30-35.
• Μπερλής Άρης, «Στέλιος Ξεφλούδας», Η μεσοπολεμική πεζογραφία · Από τον πρώτο ως τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)Στ΄, σ.268-315. Αθήνα, Σοκόλης, 1993.
• Νικολαρεΐζης Δ., «Το μυθιστόρημα των νέων και η παράδοση του εσωτερισμού», Νεοελληνικά Γράμματα7, 14/5/1938 (και στο Νικολαρεΐζης Δ., Δοκίμια Κριτικής, σ.183-208. Αθήνα, Φέξης, 1962).
• Παναγιωτόπουλος Ι.Μ., «Στέλιος Ξεφλούδας», Τα πρόσωπα και τα κείμεναΒ΄ · Ανήσυχα χρόνια, σ.212-217. Αθήνα, Οι εκδόσεις των φίλων, 1980 (β΄ έκδοση).
• Παπαστάμος Γιώργος, Στέλιος Ξεφλούδας · Η εσωτερική περιπέτεια του ανθρώπου και η συνομιλία του με τον εαυτό του. Αθήνα, 1979.
• Σαμουήλ Αλεξάνδρα, «Σεφέρης, Ξεφλούδας, Θεοτοκάς», Ο βυθός στον καθρέφτη· Ο Andre Gide και η ημερολογιακή μυθοπλασία στην Ελλάδα, σ.240-284. Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 1998.
• Σαχίνης Απόστολος, «Στέλιου Ξεφλούδα: Κύκλος – 1944», Η πεζογραφία της κατοχής, σ.129-134. Αθήνα, Ίκαρος, 1948.
• Σαχίνης Απόστολος, Αναζητήσεις της μεσοπολεμικής λογοτεχνίας, σ.133-135. Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινίδη, 1978.
• Σαχίνης Απόστολος, Μεσοπολεμικοί και μεταπολεμικοί πεζογράφοι, σ.81-87. Αθήνα, Εστία, 1984 (β΄ έκδοση).
• Σταμέλος Δημήτρης, «Ξεφλούδας Στέλιος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας10. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ.
• Στεργιόπουλος Κώστας, «Η πεζογραφία του Στέλιου Ξεφλούδα και ο εσωτερικός μονόλογος», Εποχές43, σ.427κ.εξ.
• Χάρης Πέτρος, Σαράντα χρόνια κριτικής πεζού λόγουΑ΄, σ.64-65, 97-99, 135-136, 197-198. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1981.
• Χάρης Πέτρος, Σαράντα χρόνια κριτικής πεζού λόγουΒ΄, σ.344-347. Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., 1981.
• Χατζίνης Γιάννης, «Στέλιος Ξεφλούδας: Άνθρωποι του μύθου, τετράδια από τον πόλεμο της Αλβανίας», Νέα Εστία41, ετ.ΚΑ΄, 15/1/1947, αρ.469, σ.124-125.
• Χατζίνης Γιάννης, «Στέλιου Ξεφλούδα: Εσύ, ο κύριος Χ. κ’ ένας μικρός πρίγκηπας», Νέα Εστία69, ετ.ΛΕ΄, 1η/3/1961, αρ.808, σ.343-344.
• Χατζίνης Γιάννης, «Στέλιου Ξεφλούδα: Ο δικτάτορας», Νέα Εστία77, ετ.ΛΘ΄, 15/4/1965, αρ.907, σ.559.
• Vitti Mario, Η γενιά του Τριάντα · Ιδεολογία και μορφή, σ.272-282. Αθήνα, Ερμής, 1984.

Εργογραφία
πρώτες αυτοτελείς εκδόσεις)
Ι.Πεζογραφία
• Τα τετράδια του Πάυλου Φωτεινού. Θεσσαλονίκη, τυπ. Ανατολή, 1930.
• Εσωτερική συμφωνία. Θεσσαλονίκη, 1932.
• Εύα. Θεσσαλονίκη, 1934.
• Στο φως του λευκού αγγέλου. Αθήνα, Κασταλία, 1936.
• Κύκλος. Αθήνα, Αετός, 1944.
• Άνθρωποι του μύθου· Τετράδια από τον πόλεμο της Αλβανίας· Σχέδια Α.Αστεριάδη. Αθήνα, Μ.Σαλίβερος, 1946.
• Οδυσσέας χωρίς Ιθάκη. Αθήνα, Δίφρος, 1957.
• Εσύ, ο κύριος Χ κι ένας μικρός πρίγκηπας · Μυθιστόρημα. Αθήνα, 1960.
• Δον Κιχώτης. Αθήνα, Φέξης, 1962.
• Ο δικτάτορας · Μυθιστόρημα. Αθήνα, Οι εκδόσεις των φίλων, 1964.
• Οδυσσέας. Αθήνα, Οδυσσέας, 1974.
• Ο Δον Κιχώτης στον παράδεισο·Μυθιστόρημα. Αθήνα, Δίφρος, 1975.
• Ο άνθρωπος και ο πόλεμος χωρίς μύθο. Αθήνα, δίφρος, 1977.
• Μέρες μέσα στο σκοτάδι (Σημειώσεις του Πέτρου Καλόφωνου). Αθήνα, Φιλιππότης, 1981.
• Εσωτερική βιογραφία. Αθήνα, Φιλιππότης, 1983.
ΙΙ.Μελέτες
• Το σύγχρονο μυθιστόρημα· Δοκίμιο. Αθήνα, Ίκαρος, 1955.
• Le Roman Neohellenique. 1953.


Χειρόγραφο του Στέλιου Ξεφλούδα

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2009

Α Διαγωνισμός Διηγήματος "Στέλιος Ξεφλούδας"


O Προοδευτικός Σύλλογος «Τα Καστέλλια» προκηρύσσει τον Α’ Διαγωνισμό Διηγήματος «Στέλιος Ξεφλούδας».
Στόχοι του διαγωνισμού είναι:
-Να προβληθεί το έργο του Καστελλιώτη δημιουργούς που θεωρείται ο εισηγητής του εσωτερικού μονολόγου στην Ελληνική λογοτεχνία
-Να δοθεί η δυνατότητα ανάδειξης νέων συγγραφέων μέσα από το διήγημα και το γραπτό λόγο.

Ο διαγωνισμός, απευθύνεται σε όσους μετέχουν της Ελληνικής Παιδείας και γράφουν στην ελληνική γλώσσα, ανεξαρτήτως τόπου διαμονής και εθνικότητας χωρίς όριο ηλικίας. Οι υποψήφιοι μπορούν να συμμετέχουν με ένα μόνο διήγημα το οποίο να μην έχει ποτέ δημοσιευθεί. Το καθένα, δεν πρέπει να ξεπερνά τις 3000 λέξεις.
Ως θέμα του Α’ Διαγωνισμού επιλέγεται η «Επιστροφή στο χωριό»
Η ανάπτυξη του θέματος θα πρέπει να έχει τη μορφή «εσωτερικού μονολόγου»

Τα διηγήματα που θα ξεχωρίσουν, θα δημοσιευτούν σε ειδική Ανθολογία. Για την συγκεκριμένη έκδοση οι συγγραφείς παραχωρούν αυτοδίκαια στους οργανωτές τα πνευματικά τους δικαιώματα.

Σε κάθε διακριθέντα θα απονεμηθεί και ειδικό αναμνηστικό τιμητικής διάκρισης και 1 CD με το αρχείο της εφημερίδας «Καστελλιώτικα Νέα».
Επίσης:
Στον 1ο διακριθέντα θα απονεμηθεί και laptop
Στον 2ο διακριθέντα θα απονεμηθεί σειρά βιβλίων
Στον 3ο διακριθέντα θα απονεμηθεί σειρά βιβλίων
Στους επόμενους 3 διακριθέντες ειδικός έπαινος.

Και όσον αφορά στους 16 πρώτους διακριθέντες, τα διηγήματά τους θα συμπεριληφθούν στην Ανθολογία η οποία θα εκδοθεί. Τα διηγήματα υποβάλλονται ταχυδρομικά με την ένδειξη «Για τον Α’ Λογοτεχνικό Διαγωνισμό». Τελευταία ημέρα κατάθεσης ορίσθηκε η 31η Μαρτίου του 2010, με αποδεικτικό στοιχείο τη σφραγίδα του Ταχυδρομείου.

Τα διηγήματα υποβάλλονται δακτυλογραφημένα σε επτά (7) αντίτυπα. Κάτω απ’ τον τίτλο του διηγήματος αναγράφεται υποχρεωτικά ψευδώνυμο του συγγραφέα. Μέσα στο φάκελο αποστολής πρέπει να υπάρχει δεύτερος κλειστός φάκελος αλληλογραφίας, που εξωτερικά θα φέρει το ψευδώνυμο. Μέσα είναι τα πραγματικά στοιχεία όπως: όνομα – επώνυμο - πατρώνυμο, έτος και τόπος γέννησης, διεύθυνση μόνιμης κατοικίας, τηλέφωνα επικοινωνίας και e-mail. Οι φάκελοι με τα πραγματικά στοιχεία θα ανοιχθούν μόνο στην περίπτωση διάκρισης του διηγήματος.

Η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων και η βράβευση θα γίνει σε ειδική πανηγυρική εκδήλωση, τον Αύγουστο του 2010 στα Καστέλλια

Σε λίγες μέρες θα ανακοινωθούν τα ονόματα των μελών της κριτικής επιτροπής και η διεύθυνση αποστολής των κειμένων

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

Το λάθος του Οδυσσέα Ανδρούτσου


Με αφορμή την επέτειο και τους εορτασμούς για τη μάχη στο Χάνι της Γραβιάς (8 Μαΐου)σας παρουσιάζω τη μικρή αυτή φανταστική ιστορία, όπου χρησιμοποιώντας πραγματικά ιστορικά στοιχεία, από τη μια θέλω να σατιρίσω τον στείρο τοπικισμό, αλλά από την άλλη να δείξω πως λύνονται μερικά ζητήματα στη χώρα μας... Δεν ξέρω κατά πόσο το έχω πετύχει. Εσείς θα κρίνετε!
Στο τέλος της ανάρτησης μπορείτε να δείτε το πρόγραμμα των φετινών εκδηλώσεων...


Παίζοντας σκάκι...
Με τον δικαστικό Π.Κ. μας συνέδεε -πέρα από την κοινή καταγωγή- η αγάπη μας για την ιστορία και το σκάκι. Δεινός αφηγητής, κατάφερνε από μικρό να με μαγεύει με τις ιστορίες του. Η Επανάσταση του '21, η Κατοχή, αλλά και ότι σχετιζόταν με την πορεία του χωριού μας μέσα στο χρόνο γίνονταν ένα γοητευτικό παραμύθι: ηρωικό, αστείο, συχνότατα πικρό…
Πέρασε μια μεγάλη περίοδος που οι σχέσεις μας είχαν ψυχραθεί. Οι διαφορετικές πολιτικές μας αντιλήψεις καθιστούσαν οποιαδήποτε συνεννόηση αδύνατη.
Όλα αυτά μέχρι τον Αύγουστο του 198.., όταν ανακάλυψε πως μου αρέσει το σκάκι. Με κάλεσε στο σπίτι του, και αυτό ήταν!
Οι "μονομαχίες" μας έγιναν καθημερινή συνήθεια των διακοπών στο χωριό. Λίγο πριν το σούρουπο περνούσα τη γέφυρα και κατευθυνόμουν προς το σπίτι του στο Πέρα Χωριό. Εκεί, στο χαγιάτι που έβλεπε προς το ποτάμι, ήταν ο τόπος των συναντήσεων. Σκάκι, ούζο με μεζέ, χιλιάδες ιστορίες και αγωνία για το αργό σβήσιμο το άλλοτε ακμαίου χωριού μας.
Πραγματικά πονούσε, γινόταν εκτός εαυτού νιώθοντας την αδυναμία του να αναστρέψει τα γεγονότα.
Τα έβαζε με το κράτος και την κυβέρνηση, με τις τοπικές αρχές, με τους ίδιους τους συγχωριανούς μας, που φαινόταν αν αποδέχονται μοιρολατρικά τη μοίρα τους. Τα έλεγε πάντοτε έξω από τα δόντια και λίγοι πλέον τον συμπαθούσαν.
Λίγο πριν το κλείσιμο της χιλιετίας, λόγω διαφόρων γεγονότων, χαθήκαμε. Θα πρέπει να είχαν περάσει δυο χρόνια από την τελευταία σκακιστική μας συνάντηση, όταν τον είδα να στέκεται φανερά καταβεβλημένος έξω από το καφενείο της πλατείας. "Εσένα γύρευα", μου είπε, και με κάλεσε στο σπίτι του το απόγευμα. "Έχω κάτι πολύ σημαντικό να σου πω", πρόσθεσε.
Πήγα πράγματι στο ραντεβού μας. Το σκάκι περίμενε έτοιμο, με τα πιόνια στη θέση τους. Έπαιζε σιωπηλός και αφηρημένος. Για πρώτη φορά, νικούσα κατά κράτος…
Κάποια στιγμή, μη αντέχοντας πλέον, μου είπε να περιμένω και χάθηκε μέσα στο σπίτι. Γύρισε ύστερα από λίγο. Κρατούσε κάποιο χειρόγραφο στα χέρια του. "Θέλω να το διαβάσεις και να μου πεις αν θα το θεωρούσες σωστό να το στείλω προς δημοσίευσιν στην εφημερίδα του Συλλόγου".
Το πήρα στα χέρια μου κι άρχισα την ανάγνωση. Τελειώνοντας ήμουν σίγουρος πως η οποιαδήποτε σκέψη για δημοσίευση θα ήταν καταστροφική. Δεν θα του μιλούσε πια κανείς αλλά θα δημιουργούσε και τρομερά προβλήματα στην οικογένειά του. Τον απέτρεψα, λοιπόν, και πίστεψα πως έδωσε βάρος στη γνώμη μου.
Δεν γνώριζα τότε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία μας συνάντηση… Τον αποχαιρέτησα μέσα στους ήχους από τα κελαηδίσματα των αηδονιών και τις τρίλιες των τριζονιών. Έμοιαζε σκυφτός και παραδομένος.
Διάβασα για τον θάνατό του στα "Κοινωνικά" της εφημερίδας. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να πάω στη κηδεία.
Πάντως, ένα μήνα περίπου αργότερα έλαβα ένα μεγάλο φάκελο. Αποστολέας ήταν η χήρα σύζυγος του. Περιείχε το χειρόγραφο και τη σημείωση πως εφόσον αυτός δεν θα ζούσε πια όταν εγώ θα διάβαζα αυτές τις γραμμές, αναιρούνταν οι λόγοι για τη μη δημοσίευση του κειμένου του. Με παρακαλούσε λοιπόν να επιληφθώ του θέματος…
Είχα έντονες διαφωνίες με το περιεχόμενο. Θεωρούσα πως ήταν κάπως υπερβολικό και ακραία τοπικιστικό. Δεν συμμεριζόμουνα τις απόψεις του. Όμως μπροστά σε μια τελευταία επιθυμία τι να κάνεις;
Παραθέτω λοιπόν αυτούσιο το κείμενο, κρατώντας για μένα όλες τις ενστάσεις μου.

"Κανείς δεν υπήρξεν τόσον ευνοημένος από την φύσιν, από την καταγωγήν, από τας τοπικάς συνθήκας και από την προ της επαναστάσεως δημιουργηθείσαν θέσιν και φήμην του, ώστε ν' αναγνωρισθή από όλους ως ο φυσικός αρχηγός της επαναστάσεως της Ανατολικής Ελλάδος, όπως ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος. Ήτο μέχρι της επαναστάσεως ο επιφανέστερος Ρουμελιώτης αρχηγός με υπεροχήν ονόματος και δράσεως και δεν ημπορούσε να την διαμφισβητήση κανείς από τους άλλους. Απέναντι ολοκλήρου της λοιπής Ελλάδος, της Πελοποννήσου και των νήσων και των δύο πλευρών, ο Οδυσσεύς Ανδρούτσος ήτο η μορφή που εσυμβόλιζε την δύναμιν και την ανδρειωμένην ψυχήν της Ρούμελης…"

Μάλιστα. Τα γράφει ξεκάθαρα ο Διονύσιος Κόκκινος στο μνημειώδες έργο του για την Ελληνική Επανάσταση. Κι εγώ που από μικρός υπήρξα θαυμαστής του καπετάνιου, δεν έχω κανέναν λόγο να τα αμφισβητήσω. Άλλωστε η αγάπη μου για την ιστορία και οι έρευνες που έχω κάνει για την προσωπική μου ευχαρίστηση, επιβεβαίωσαν τον ενστικτώδη θαυμασμό μου για τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Θυμάμαι πως ήδη, μαθητής ων, είχα παρουσιάσει μια εργασία για τη δολοφονία του, βασισμένη σε αρχειακό υλικό, η οποία είχε αποσπάσει τους επαίνους του πλέον αγαπητού καθηγητή και φιλολόγου μου κ.Ψ…
Είναι ο ίδιος άνθρωπος που, όταν το ανήσυχο πνεύμα μου με οδήγησε στη συγγραφή ενός λόγου "Υπέρ Σιτοπωλών" όπου κατέρριπτα ένα προς ένα τα επιχειρήματα του Λυσία στο λόγο του "Κατά Σιτοπωλών", με ώθησε στις νομικές σπουδές…
Όμως αυτή η παρέκβαση ουδεμία σχέση έχει με το θέμα μας. Θα πείτε και ποια σχέση έχει ο Οδυσσέας Ανδρούτσος. Να όμως που έχει. Διότι, αν και μεγαλώνοντας παρέμεινε μια από τις προσωπικότητες που εξακολουθούσα να θαυμάζω, εν αντιθέσει προς άλλους θρύλους των παιδικών μου χρόνων όπως ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Μέγας Αλέξανδρος ή ο Μέγας Ναπολέων και ο Βασίλειος ο Βουλγαροκτόνος, πάντοτε υπήρχε κάτι στη ζωή του σαν στίγμα, που με ενοχλούσε.
Μην πάει ο νους σας στα όσα του καταλογίστηκαν σχετικώς με τη θητεία του πλάι στον Αλή Πασά -άλλωστε στην περίπτωση του "Διαμαντιού των Ιωαννίνων", όπως τον αποκαλεί ο Ουίλλιαμ Πλόμαρ στο θαυμάσιο ομώνυμο βιβλίο του, η άκρως αρνητική άποψη μου μετεβλήθη σε αρκούντως θετική. Ας υπενθυμίσω εδώ το "Τσάϊλντ Χάρολντ" του λόρδου Βύρωνα: "Από την πρώτη κιόλας την αυγή,/ του Προφήτη η ημισέληνος/ ποτέ δεν είδε άλλο αρχηγό/ πιο ένδοξο απ΄τον Αλή Πασά μας".
Όσο για τους Σουλιώτες… Θου κύριε φυλακήν το στόματι μου!
Για να γυρίσουμε στον Οδυσσέα Ανδρούτσο, θα σας αποκαλύψω ότι αυτό που εγώ θεωρώ ως στίγμα, είναι το γεγονός για το οποίο έχει δοξαστεί περισσότερο. Αυτό για το οποίο μνημονεύεται. Για το οποίο έχει γραφεί πλήθος ποιημάτων. Για εκείνο που γίνονται τελετές και παρελάσεις.
Μιλώ για τη μάχη στο χάνι της Γραβιάς!
Θα ρωτήσετε: Μα, δεν ήταν μια ηρωική σελίδα της ιστορίας μας; Δεν απέδειξε κατά τον καλύτερο τρόπο τη στρατηγική ιδιοφυία του καπετάνιου; Δεν καθυστέρησε πάνω στην κρίσιμη στιγμή τον Ομέρ Βρυώνη που ετοιμαζόταν δια μέσω της Ρούμελης να περάσει στην Πελοπόννησο και να καταστείλει την Επανάσταση;
Ναι, θα σας απαντήσω χωρίς δισταγμό. Όμως χάθηκαν τόσοι άλλοι τόποι της Στερεάς Ελλάδας για να δείξει τον ηρωισμό και την ευφυία του; Έπρεπε να πάει στη Γραβιά; Στη Γραβιά;
Θα αναρωτηθείτε τι πρόβλημα υπάρχει με την εν λόγω κωμόπολη. Θα σας τις απορίες αμέσως. Η ενέργεια αυτή του Ανδρούτσου είχε ως αποτέλεσμα ένας τόπος, με μέχρι τότε ανύπαρκτη ιστορία, να καταλήξει να πάρει την πρωτοκαθεδρία της περιοχής.
Τα γειτονικά Καστέλλια, το χωριό που γεννήθηκα και μεγάλωσα, με την ιστορία που χάνεται στα βάθη των αιώνων, όπως πιστοποιεί πλήθος αρχαιολογικών ευρημάτων και αποδεικνύουν οι μελέτες επιφανών επιστημόνων, βρέθηκαν να είναι πλέον υποτελή!
Με το περιβόητο σχέδιο "Καποδίστριας" δόθηκε η χαριστική βολή, υπάγοντας τα Καστέλλια στο… Πουρνάρι! Να σημειώσω εδώ, ότι όπως αναγράφει στη μελέτη του για τις τοπωνυμίες της Φωκίδας ο Ανδρέας Καλαντζάκος, το όνομα Γραβιά προέρχεται από τη σλαβική λέξη grab, που είναι ένα είδος πρίνου (πουρναριού). Μάλιστα στη σημερινή Βουλγαρία υπάρχουν χωριά με τις ονομασίες Γράβα και Γραβούνα.

Αυτό το χάνι που έγινε χωριό, στα πρώτα χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, υπαγόταν στο Δήμο Λιλαίων με πρωτεύουσα τη Λιλαία (Σουβάλα). Στο Βασιλικό Διάταγμα του 1835 που αναφέρεται στο σχηματισμό των Δήμων, σε κάθε χωριό αναγράφονται οι κάτοικοι. Στην περίπτωση του Χανιού Γραβιάς αντί αριθμού, υπάρχει το κενό!
Με το ίδιο Βασιλικό Διάταγμα σχηματίζεται ο Δήμος Ερινεού με πρωτεύουσα τα Καστέλλια (320 κάτοικοι).
Η "άνοιξη" αυτή θα κρατήσει μόλις πέντε χρόνια. Το 1840 διαλύονται οι υπάρχοντες δήμοι και δημιουργούνται νέοι. Σχηματίζεται ο Δήμος Δωριέων με πρωτεύουσα την Κάτω Αγόριανη. Την αποφράδα 14η Φεβρουαρίου του 1842 η έδρα του Δήμου μεταφέρεται στη Γραβιά, καθεστώς που θα παραμείνει μέχρι το 1912.
Επεκράτησαν οι …ιστορικοί λόγοι.
Κατόπιν γνωμοδοτήσεως του αρχαιολόγου Π.Ευστρατιάδη, με το Βασιλικό Διάταγμα της 11ης Οκτωβρίου του 1870, επιλέγεται και η σφραγίδα του Δήμου Δωριέων, η οποία έχει "εν τω μέσω μεν "τρεις νέους ενόπλους χορεύοντας" γύρωθεν δε τας λέξεις "Δήμος Δωριέων"…". Σύμφωνα με τον επιλέξαντα το έμβλημα αρχαιολόγο, οι τρεις νέοι χορεύουν τον πυρρίχιον. Η άποψη όμως που επικράτησε είναι ότι "…συμβολίζει τον χορόν του Οδυσσέως Ανδρούτσου εξερχομένου εκ του χανίου της Γραβιάς μετά την μάχην μετά των Τούρκων".
Αυτές οι πληροφορίες αναφέρονται στη μελέτη του Ελευθέριου Σκιαδά για το "Ιστορικό Διάγραμμα των Δήμων της Ελλάδος 1833- 1912".
Εγώ να σημειώσω μόνον πως ο χορός κατά πάσα πιθανότητα αναφέρεται στο περιστατικό που έγινε πριν από τη μάχη.
Επειδή ο Ανδρούτσος γνώριζε το παράτολμο του εγχειρήματος του και καθώς υπήρχε σοβαρότατος κίνδυνος ολοκληρωτικής και ομαδικής θυσίας όσων θα αποφάσιζαν να πολεμήσουν στο Χάνι, δεν ήθελε να τον ακολουθήσουν οι άντρες του από υποχρέωση, αλλά το άφησε στην επιλογή τους. Όπως σημειώνει ο Διονύσιος Κόκκινος "…είχε τότε αλλόκοτον δια την σοβαράν περίστασιν έμπνευσιν. Εφώναξε δυνατά:
-Παιδιά, όποιος θέλει να με ακολουθήση ας πιασθή στο χορό.
Και άρχισε να τραγουδή και αν χορεύη το γνωστόν κλέφτικο:

Κάτω στου Βάλτου τα χωριά…

Πρώτος έτρεξεν ο Γκούρας. Εκατόν δεκαεπτά εν όλω επιάσθησαν εις τον χορόν ο ένας μετά τον άλλον…"


Οι "παράπλευρες απώλειες" της μάχης
Χάρις στον Ανδρούτσο λοιπόν το Χάνι έγινε έδρα Δήμου και γλίτωσε και την αλλαγή του ονόματος του, όταν η προγονοπληξία αφαίρεσε τα παλαιά ονόματα των περισσοτέρων γύρω χωριών: της Κουκουβίστας, της Κάνιανης (Άνω και Κάτω), της Σουβάλας, της Κάτω Αγόριανης κλπ

Αυτό που δεν γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι το γεγονός ότι εμείς οι ίδιοι βοηθήσαμε το Χάνι να γίνει χωριό. Όπως σημειώνει ο Γιώργος Ε. Καψάλης στη μελέτη του "Στη Φωκίδα του 1851", "…(η Γραβιά) τώρα γίνεται χωριό και κάθε μέρα χτίζονται καινούργια σπίτια -από Καστελλιώτες, τα πιο πολλά - κοντά σ' αρχαία ερείπια…".
Που να γνώριζαν εκείνοι οι συγχωριανοί μας, ότι μετοικώντας "έσκαβαν το λάκκο" της γενέθλιας γης.

Κάνοντας ένα άλμα στο χρόνο, φθάνω πιο κοντά στις μέρες μας. Στη δεκαετία του '60, παρά τα όσα γίνονται εις βάρος του χωριού μας, τα Καστέλλια εξακολουθούν να κρατούν τα πρωτεία της περιοχής.
Στις 28- 2- 1965, συνέρχονται σε σύσκεψη τα Κοινοτικά Συμβούλια δέκα χωριών της περιοχής. Συμμετέχουν όλοι - "πλην Λακεδαιμονίων", της Γραβιάς δηλαδή- και αποφασίζουν ομοφώνως να ζητήσουν από το Υπουργείο Παιδείας την ίδρυση Γυμνασίου στα Καστέλλια. Ο τότε Νομάρχης, συνηγορώντας απολύτως με την πρόταση, διεβίβασε την αναφορά στο Υπουργείο…
Ύστερα από επιτόπια αυτοψία της αρμόδιας Επιτροπής, κρίθηκε αναγκαία η ίδρυση Γυμνασίου στα Καστέλλια και το Υπουργικό Συμβούλιο με την υπ' αριθμ.195/ 9.9.1966 πράξη του περιέλαβε τα Καστέλλια στον πίνακα των ιδρυτέων Γυμνασίων που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 26 Σεπτεμβρίου του 1966.
Το οικόπεδο βρέθηκε, έγιναν τα σχέδια, όλα ήταν έτοιμα. Μια καινούργια εποχή φαινόταν να ροδίζει.
Και τότε έγινε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Ο ένας εκ των πρωτεργατών της δικτατορίας, ο Νικόλαος Μακαρέζος, ο οποίος καταγόταν από τη Γραβιά, απεφάσισε "εν μια νυκτί" τη μεταφορά του Γυμνασίου στο χωριό του. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες ουδείς μπόρεσε να αποτρέψει τα γεγονότα.
Το χωριό με το μεγαλύτερο ποσοστό πτυχιούχων στην Ελλάδα, η γενέτειρα του Στέλιου Ξεφλούδα και άλλων σημαντικών πνευματικών ανθρώπων, καθηγητών Πανεπιστημίου, ανωτάτων λειτουργών κλπ, απέμεινε χωρίς Γυμνάσιο…


Ο γάμος της κόρης μου


Πιστεύω ότι τα προαναφερθέντα αρκούν για να πείσουν και τον πλέον αντικειμενικό παρατηρητή, πως μας χωρίζουν πολλά από την κοντινή μας Γραβιά, υπό την οποίαν υπαχθήκαμε ως κοινότητα με τον ψευδεπίγραφο "Καποδίστρια". Εννοείται πως δώσαμε μεγάλη μάχη για να αποτραπεί κι αυτό το γεγονός, έχοντας συμμάχους τα περισσότερα γειτονικά χωριά, τα οποία ζήτησαν από κοινού να υπάρξει ξεχωριστός Δήμος με έδρα τα Καστέλλια. Κι αυτή τη φορά δεν εισακουσθήκαμε… Οι "ιστορικοί λόγοι" πάλι βρέθηκαν μπροστά μας. Αχ, βρε Ανδρούτσο!

Φανταστείτε, λοιπόν, ποια συναισθήματα με κατέκλυσαν, όταν η μοναχοκόρη μου η Παναγιώτα, η οποία φέρει το όνομα της συχωρεμένης της μάνας μου, αν και το έχει συντμήσει σε Γιώτα, ήρθε όλο χαρά να μου αναγγείλει το "ευχάριστο" γεγονός…
Κι αυτό ήταν πως είχε γνωρίσει ένα παιδί, συνάδελφο της -εργάζεται ως φιλόλογος σε γνωστό ιδιωτικό εκπαιδευτήριο των Αθηνών- και θα μας τον έφερνε στο σπίτι να τον γνωρίσουμε από κοντά.
"Θα χαρείς πολύ μπαμπά. Ο Χρήστος είναι συντοπίτης μας, κοντοχωριανός μας. Είναι από τη Γραβιά!"

Παρά τα εξήντα μου χρόνια, ποτέ δεν είχα αντιμετωπίσει προβλήματα υγείας στη ζωή μου. Εκείνη τη στιγμή είπα όμως, πως νάτο, έρχεται το εγκεφαλικό επεισόδιο. Η κόρη μου χλόμιασε όταν είδε την όψη μου. Της ζήτησα ψελλίζοντας ένα ποτήρι νερό.
Η Παναγιώτα μου το έφερε απορημένη και στενοχωρημένη. Πάντοτε υπήρχε στενός σύνδεσμος μεταξύ μας και για όλες τις σημαντικές αποφάσεις στη ζωή της ζητούσε τη γνώμη μου. Τώρα δεν μπορούσε να καταλάβει τι συμβαίνει.

Ο κόσμος παγώνει ελαφρώς όταν ακούει πως είμαι δικαστικός. Με φαντάζονται αυστηρό τόσο στην έδρα, όσο και στην καθημερινότητά μου. Αν όμως για την πρώτη περίπτωση ισχύει, για την δεύτερη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είμαι ιδιαιτέρως διαλλακτικός. Εκτός από τα ζητήματα αρχών…

Εγώ, που μέσα από τις στήλες της εφημερίδας του Συλλόγου στηλίτευσα όλους εκείνους τους Καστελλιώτες που στέλνουν τα παιδιά τους στο Δημοτικό σχολείο της Γραβιάς, με ορατό τον κίνδυνο να κλείσει το δικό μας, να βάλω ένα Γραβίσιο μέσα στο ίδιο μου το σπίτι; Αυτό ξεπερνούσε τα όρια!

Ανατρέχω στο αρχείο μου. Στην εφημερίδα μας είχε γραφεί ένα θαυμάσιο κείμενο. Είχα σπεύσει να συγχαρώ τον συντάκτη του. Το άρθρο είχε τον τίτλο: "Θλιβερό φαινόμενο- Γιατί οι Καστελλιώτες δεν παντρεύονται μεταξύ τους". Μεταξύ άλλων, γράφονταν: "…οι νέοι Καστελλιώτες στην αρχή διστακτικοί και εν συνεχεία αδιάφοροι κι αποφασισμένοι, πως τα κορίτσια του χωριού μας δεν τους θέλουν, γιατί είχαν άλλες βλέψεις, για Αθήνα κλπ έπαψαν αν ενδιαφέρονται για τα κορίτσια του χωριού μας, κι άρχισαν αν παντρεύονται γυναίκες από τα γύρω χωριά.
Κι απ΄ την άλλη μεριά οι Καστελλιωτοπούλες αρκεί να παντρευτούν έξω από το χωριό τους, και δεν πολυεξετάζουν που και πως.
Το φαινόμενο θλιβερό, αλλά αυτή είναι η ωμή πραγματικότης…"

Βεβαίως δεν θα μπορούσα πλέον στην εποχή μας να απαιτήσω η κόρη μου να παντρευτεί συγχωριανό μας -αν και θα το επιθυμούσα, άλλωστε η μητέρα της κι εγώ είμαστε από Καστέλλια- αλλά αφού δεν τα έφερε η τύχη, εντάξει. Ας είναι από όπου θέλει ο γαμπρός, εκτός από τη Γραβιά και την Πελοπόννησο!

Γιατί μας ήρθε κι αυτή η κατραπακιά. Όταν η Παναγιώτα είδε πως μόνο χαρά δεν μου προκάλεσε η επίκληση της καταγωγής του υποψηφίου μνηστήρα, πήγε να τα "μπαλώσει".
"Κοίτα, όταν λεω ότι είναι από τη Γραβιά, εννοώ ότι έχει κάποιες ρίζες. Η μητέρα του κατάγεται από εκεί. Ο πατέρας του είναι από την Καλαμάτα".
Πριν πει το "…μάτα", είχε καταλάβει το ολέθριο σφάλμα της. Διότι αν μπορούσα να παραβλέψω μετά μεγάλης δυσκολίας τη γραβίσια μητρική του γραμμή, στην περίπτωση της εκ πατρός καταγωγής από την Πελοπόννησο μου ήταν αδύνατον έστω και να το συζητήσω! Ωραίο ζευγάρι θα ήταν οι υποψήφιοι συμπέθεροι: "Εκύλησε ο τέντζερης και βρήκε το καπάκι".

Εξέφρασα οργισμένος την αντίθεση και την αγανάκτηση μου. Βροντοφώναξα πως ποτέ όσο ζω δεν θα δεχτώ να βάλω έναν Πελοποννογραβίσιο στο σπίτι μου. Της υπενθύμισα πως είναι πονηροί κι εκμεταλλευτές. Σε έναν μανιασμένο λόγο μου της ανέπτυξα ένα προς ένα τα επιχειρήματα που προαναφέρω περί της Γραβιάς, εμπλουτίζοντας τα με τον δόλιο ρόλο των Πελοποννησίων στην Επανάσταση του 1821. Εμείς οι Ρουμελιώτες τους γλιτώσαμε κι αυτοί δολοφόνησαν τα καλύτερα παλικάρια μας. Τον ίδιο τον Ανδρούτσο… Και για να μη λερώσουν τα χέρια τους, μας έβαλαν να σκοτωθούμε μεταξύ μας. Και με την απελευθέρωση πήραν όλα τα πόστα…

Όσο εγώ αγρίευα με τα ίδια μου τα λόγια, τόσο η Παναγιώτα κοκκίνιζε. Από ντροπή νόμιζα εγώ. Ήταν όμως από συσσωρευμένο θυμό, όπως γρήγορα αποδείχθηκε.
Τι έκανε; Μου μίλησε τόσο άσχημα που δεν μου είχε μιλήσει ποτέ. Δεν θέλω να επαναλάβω τα λόγια της. Στο τέλος βρόντηξε την πόρτα κι έφυγε από σπίτι.

Πέρασαν μήνες, που μάθαινα νέα μόνο μέσω της μητέρας της. Αυτές είχαν κάνει "κόμμα", προσπαθώντας να με λυγίσουν… Ήδη η Παναγιώτα μου έμενε μαζί μ' αυτόν χωρίς να είναι παντρεμένοι. Κι ο γάμος δεν θα αργούσε, έστω και χωρίς την έγκριση μου, όπως μου μήνυσε.

Κράτησα σχεδόν ένα χρόνο, αλλά στο τέλος με βαριά καρδιά υπέκυψα… Σκέφτηκα τη ντροπή, αλλά ήταν κι η αγάπη μου για την κόρη μου που με έκανε να ενδώσω.

Έγινε λοιπόν κι ο γάμος. Κράτησα πάντως τις αποστάσεις μου από γαμπρό και συμπεθέρους. Οι συναντήσεις μας ήταν αρκετά ψυχρές και συχνά χρειάστηκαν οι ειρηνευτικές προσπάθειες της συζύγου μου για να αποφευχθούν τα χειρότερα…

Προσυπογράφω τα λόγια του Περάνθη από την εισαγωγή του "Δαίμονα": "Είμαι με τον Δυσσέο, δικός του και λάτρης του, δεν ντρέπομαι να το μολογήσω. Τον έζησα σ' όλα του τα καθέκαστα, περπάτησα σ' όλα του τα κινήματα, έγινα γραμματικός του έστω και κάπως αργά. Έμεινα δίπλα του ως το τέλος, μ' εκατοντάδες άλλους, όπου τον ακολούθαγαν "δια συμπάθειαν". Μπήκα στη στόχασή του κι άκουσα τις διάτες του…".
Όμως όσο κι αν τον λατρεύω, όσο κι αν σκύβω ευλαβικά το κεφάλι στο μαρτυρικό του τέλος, δεν θα του συγχωρήσω ποτέ που έδωσε εκείνη τη μάχη στο Χάνι της Γραβιάς.

Αν είχε βρεθεί κάπου αλλού, το χωριό κι η οικογένειά μου θα είχαν γλιτώσει από πολλά…

Έγραψα αυτές τις γραμμές για να υπενθυμίσω σε παλιότερους και νεώτερους μερικά πράγματα από την ιστορία μας. Ο σκοπός μου είναι να βοηθήσω να προληφθούν παρόμοιες καταστάσεις και σε άλλες οικογένειες συγχωριανών μας. Προστατέψτε τα αγόρια και τα κορίτσια σας από τους πονηρούς!

Σημείωση:Εννοείται πως τα πρόσωπα της ιστορίας είναι επινοημένα. Όσο κι αν ανατρέξετε στα αρχεία της εφημερίδας "Καστελλιώτικα Νέα" (υπάρχουν όλα στο kastellia.gr) δεν θα βρείτε κάποια τέτοια επιστολή...

Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας και ο Δήμος Γραβιάς εορτάζουν την ιστορική μάχη της Γραβιάς. Οι εορταστικές εκδηλώσεις θα πραγματοποιηθούν στο ιστορικό Χάνι την Παρασκευή 8, το Σάββατο 9 και την Κυριακή 10 Μαΐου 2009.
Το πρόγραμμα των εκδηλώσεων έχει ως κατωτέρω:
την Παρασκευή 8 Μαΐου:
• 12:44 μ.μ. Τερματισμός ειδικής διαδρομής 8ου Ιστορικού Ράλλυ Ακρόπολις στο χώρο του Χανίου.
το Σάββατο 9 Μαΐου :
• 06:30 μ.μ. Λαϊκός αγώνας δρόμου (ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ)
• 08:00 μ.μ. Απονομές μεταλλείων- επάθλων
• 08:30 μ.μ. Αναπαράσταση της Μάχης της Γραβιάς

την Κυριακή 11 Μαΐου :
• 10:15 π.μ. Άφιξη προσκεκλημένων
• 10:30 π.μ. Άφιξη επισήμων
• Έπαρση της σημαίας
• Επιμνημόσυνη δέηση
• Προσκλητήριο υπερασπιστών
• Τιμητικές βολές
• Πανηγυρικός της ημέρας
• Απαγγελία ποιημάτων
• Κατάθεση στεφάνων
• Σιγή ενός λεπτού
• Εθνικός Ύμνος
• Παρέλαση
• Ελληνικοί Χοροί.

Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Μέρες τηλεόρασης


Η μαύρη μερσεντές με τον σοφέρ, πάρκαρε μπροστά στην είσοδο του καναλιού. Ο παρουσιαστής κατέβηκε με το γνωστό -δέκα καρδιναλίων- ύφος του και προσπέρασε τους πάντες σα να ήταν αόρατοι. Αυτός κοίταζε κάπου ψηλά, καθώς τα ταπεινά μυρμήγκια -ή μήπως τα έβλεπε σα σκουλήκια;- προσπαθούσαν μάλλον να τον αποφύγουν, παρά να διασταυρωθούν μαζί του.
Βλέπετε, σε αντίθεση με το τηλεοπτικό κοινό το οποίο τον θαύμαζε και εξασφάλιζε στο δελτίο ειδήσεων που παρουσίαζε υψηλά ποσοστά τηλεθέασης, οι συνεργάτες και οι συνάδελφοι του τον αντιμετώπιζαν σαν κάποιο ύπουλο φίδι. Κανείς δεν ήθελε να βρεθεί υπό καθεστώς δυσμένειας. Δεν το είχε σε τίποτε να πετάξει στο δρόμο ακόμη και δημοσιογράφους με πολλά χρόνια στο επάγγελμα αν ένιωθε ότι τον αμφισβητούν.
Εκατομμύρια ευρώ είχε απλώσει στα πόδια του ο καναλάρχης για να τον φέρει εκεί. Και το περίεργο ήταν πως η επένδυση του φαινόταν μάλλον να αποδίδει.
Η Καίτη είχε κλείσει ήδη πέντε χρόνια δουλεύοντας στο αρχείο του καναλιού, τα περισσότερα μάλλον ανέφελα, πέρα από το καθημερινό άγχος και τα προβλήματα που προέκυπταν. Τον τελευταίο καιρό όμως το άγχος είχε αυξηθεί. Αιτία ο καινούργιος παρουσιαστής. Από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του εκεί, δήλωσε πως κανένα πλάνο δεν θα φεύγει από το αρχείο χωρίς την έγκριση του. Κάτι που αγνόησε η φίλη της η Αναστασία και απλώς έχασε τη δουλειά της… Προσπάθησε να εξυπηρετήσει κάποιον δημοσιογράφο που βιαζόταν και το πλήρωσε ακριβά.
Ο "καινούργιος" -όπως τον έλεγαν μεταξύ τους- είχε καταφέρει να σπείρει σιγά- σιγά τη διχόνοια. "Διαίρει και βασίλευε" ήταν η τακτική του. Οι παρουσιαστές τσακώνονταν με τους αρχισυντάκτες, οι αρχισυντάκτες με τους δημοσιογράφους, οι τελευταίοι με τα συνεργεία και ούτω καθεξής. Αυτός, αφού είχε βάλει τα κατάλληλα φιτίλια, στο τέλος εμφανιζόταν ως ειρηνοποιός. Και πολλοί έκαναν το λάθος να τον θεωρούν φίλο ή σύμμαχο τους: Μεγάλο λάθος που θα το πλήρωναν αργότερα. Όταν θα ερχόταν η δική τους ώρα.

Η Καίτη πήρε το ασανσέρ και ανέβηκε στον τρίτο. Μόλις η πόρτα άνοιξε, ένιωσε ξαφνικά πως βρισκόταν σε πολεμική ατμόσφαιρα. Όλοι έτρεχαν πάνω- κάτω με χαρτιά και κασέτες στα χέρια. Ο παρουσιαστής που ειδικευόταν στα έκτακτα δελτία κατέφθασε λαχανιασμένος στο μακιγιάζ. Η μακιγιέζ έλειπε. Πανικός. Την έψαχναν παντού. Από το κοντρόλ ακούγονταν τα ουρλιαχτά του σκηνοθέτη. Η Καίτη μπήκε στο αρχείο, όπου ο προϊστάμενος μόλις την είδε της έδωσε ένα χαρτί με κωδικούς και την έστειλε στα ντουλάπια να ψάξει για κάτι κασέτες. Στο διάδρομο όλο το team των διευθυντών βρισκόταν επί ποδός πολέμου.
-Που είναι επιτέλους ούρλιαξε ο καινούργιος, εννοώντας προφανώς τον παρουσιαστή των εκτάκτων δελτίων.
Ένας αρχισυντάκτης τόλμησε να ψελλίσει ότι δεν εύρισκαν τη μακιγιέζ.

-Να βγει χωρίς μακιγιάζ, που να με πάρει και να με σηκώσει! Οι άλλοι το έχουν ήδη δώσει το θέμα. Γιατί δεν έχουμε ακόμη εικόνα;
-Το ξύνουν πάλι τα μαλακισμένα; Αυτή τη φορά ήταν ο σκηνοθέτης και αναφερόταν στο συνεργείο εξωτερικών μεταδόσεων που καθυστερούσε να στείλει εικόνα από τον "τόπο του εγκλήματος".

Ως από μηχανής θεός ξεπρόβαλλε ένας από τους παραγωγούς με μια κασέτα.
-Ήρθαν τα πρώτα πλάνα
-Κόψε τη μαλακία. Ρίξε σήμα για έκτακτο. Θα τα δείξουμε αμοντάριστα. Εσύ γράψε "αμοντάριστα πλάνα", είπε γυρνώντας στη κοπέλα που χειριζόταν τη γεννήτρια.

Στο μεταξύ εμφανίσθηκε στο διάδρομο η μακιγιέζ μέσα στη καλή χαρά με καφεδάκι και σάντουιτς. Κάποιος την άρπαξε από το χέρι. Ο μισός καφές χύθηκε.
Μακιγιάρισε πρόχειρα τον παρουσιαστή, που διέσχισε σε χρόνο ρεκόρ την απόσταση μακιγιάζ στούντιο. Τον καλωδιώσανε στα γρήγορα.
-Χρήστο βγαίνεις!
Αυτός άρχισε τα γνωστά "γεια σας κυρίες και κύριοι", είπε δυο λόγια για το περιστατικό και πήγε να κολλήσει. Η οθόνη πλημμύρισε εικόνες σε έντονο κόκκινο και ο αρχισυντάκτης υπαγόρευε αυτά που έπρεπε να ειπωθούν. Που και που ο καινούργιος άρπαζε το μικρόφωνο κι έδινε κι αυτός τη δική του πινελιά.
-Οι άλλοι βγάλανε "ζωντανό"
Αυτή η απλή δήλωση του βοηθού σκηνοθέτη τους έκανε να αφρίσουν. Ο καινούργιος είδε την Καίτη που χάζευε τις εικόνες και τη διαολόστειλε.
-Εσύ δεν έχεις άλλη δουλειά;
Η Καίτη εξαφανίσθηκε "εν ριπή οφθαλμού. Όταν έφθασε στο αρχείο, είχε βγει ήδη ο δικός τους ρεπόρτερ -τηλεφωνικώς- και έδινε τις πρώτες λεπτομέρειες. Σε λίγο είχαν και εικόνα. Ένας άλλος ρεπόρτερ εμφανίσθηκε με το μικρόφωνο στριμωγμένος μέσα σε ένα πλήθος κόσμου.
Κάθε δυο λεπτά ερχόταν κάποιος στο αρχείο και ζητούσε τα ίδια ακριβώς πλάνα που είχαν δώσει σε έναν προηγούμενο. Μετά ζητούσαν τη φάτσα κάποιου που δεν βρισκόταν με τίποτα. Στο τέλος αποκαλύφθηκε ότι τους έδιναν το επίθετο με λάθος ορθογραφία και φυσικά ήταν αδύνατον να το βρουν στα κομπιούτερ.

Ξαφνικά ο θόρυβος και ο πανικός, όπως είχαν ξεκινήσει, κόπασαν. Ησυχία βασίλευε στον όροφο. Το θέμα αποδείχθηκε "πατάτα", όπως τις διαβεβαίωσε ο "ωραίος" δημοσιογράφος. Αυτός ήθελε να δείχνει πως πάντα είχε πληροφορίες από "μέσα". Παρίστανε πως ήξερε τα πάντα. Όλα τα παρασκήνια για το κάθε τι. Που και που πέταγε φράσεις όπως "χθες το βράδυ που έτρωγα με τον υπουργό" ή μου το είπε ο ίδιος ο Π…, γνωστός επιχειρηματίας και διαπλεκόμενος, που ήταν μόνιμος συνοδός του σε νυχτερινές εξόδους.
Με τέτοια προσόντα, δεν ήταν τυχαίο που είχε αποκτήσει την εύνοια του καινούργιου. Με απόλυτη μυστικότητα τον προετοίμαζε για παρουσιαστή των δελτίων του Σαββατοκύριακου. Αυτός που είχαν τώρα, γνωστός δημοσιογράφος με ιστορία στην τηλεόραση, του έμπαινε στο μάτι.
Πάντως αυτή τη φορά ο "ωραίος" είχε δίκιο. Το φοβερό και τρομερό θέμα για το οποίο δημιουργήθηκε τόση αναστάτωση, ήταν ζήτημα αν θα εύρισκε θέση κάπου χαμηλά στο δελτίο των οκτώ. Αυτή τη φορά ο καπνός δεν συνοδευόταν από φωτιά. Όμως πώς μπορείς να το ξέρεις; Από τη στιγμή που οι κύριοι ανταγωνιστές έβγαλαν "έκτακτο", το δικό τους κανάλι δεν μπορούσε να μείνει αδιάφορο.

...Στο αρχείο...

Βεβαίως άντε να ξεχωρίσεις το σημαντικό από το ασήμαντο. Η Καίτη που έβλεπε χιλιόμετρα εικόνων και δηλώσεων κάθε μέρα, πίστευε πως συχνά ό,τι καλύτερο υπήρχε το πετούσαν στο καλάθι των αχρήστων. Κάθε μέρα σβήνονταν, καταδικασμένα στη λήθη, πολύτιμα κομμάτια της πραγματικότητας. Από την άλλη το αρχείο διογκωνόταν με μακροσκελείς και ανούσιες συνεντεύξεις, με εικόνες και ρεπορτάζ που δεν είχαν τίποτε να πουν και που συνήθως επαναλάμβαναν τον εαυτό τους. Χιλιάδες τρακαρισμένα αυτοκίνητα, κηλίδες αίματος στα πιο απίθανα μέρη, πολιτικοί που μπαινόβγαιναν σε διάφορα κτίρια κάνοντας δηλώσεις, ζουμερά πλάνα γυναικών σε παραλίες, αίθουσες δικαστηρίων, μάχες, περιπολικά της αστυνομίας, πυροσβεστικά, δεκάδες πυρκαγιές όλων των ειδών, στρατιωτικές ασκήσεις, γραφεία κομμάτων και τόσα άλλα.

Από την άλλη θυμάται ότι όταν έγινε ο σεισμός στα Γρεβενά και έψαχναν για πλάνα, η μοναδική αναφορά, οι μοναδικές εικόνες από αυτή την πόλη της Βόρειας Ελλάδας, ήταν από ένα έγκλημα που είχε γίνει δυο χρόνια πριν.
Ακόμη χειρότερα ήταν αυτά που αναγκάζονταν να βλέπουν. Διαμελισμένα ή απανθρακωμένα πτώματα, νεκρά παιδιά, μέλη διαχωρισμένα από το σώμα και ότι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Το ανθρώπινο σώμα συλημένο από τις κάμερες και τους προβολείς. Μια τελετή νεκρολαγνείας. Σκηνές φρίκης, που ακόμα και στις εποχές με τη συνεχή παρουσία της βίας στα δελτία ειδήσεων κανείς δεν τολμούσε να τις δείξει. Ωστόσο είχαν την τιμητική τους στο αρχείο. Αυτές οι σκηνές δεν σβήνονταν. Μπορεί σε ένα κοντινό μέλλον να μη δίσταζαν πλέον και να τα έδειχναν στην κυριολεξία όλα.

Ο "ωραίος" είχε στρογγυλοκαθίσει με τον καφέ και τα τσιγάρα του και ανέλυε μια ακόμη από τις δημοσιογραφικές του επιτυχίες:

-Μου τα 'χαν πρήξει με το συνεργείο, όταν όμως τους έφερα το αποκλειστικό το βούλωσαν. Πρώτο θέμα μια βδομάδα. Οι άλλοι τρέχανε και δε φτάνανε. Και να φανταστείτε ότι έφτυσα αίμα για να τους πείσω να με στείλουνε στον Έβρο. Εγώ είχα εκεί τους δικούς μου ανθρώπους…
Συνήθως για να πάρεις άδεια από το Υπουργείο χρειάζεσαι βδομάδες. Μέχρι να στη δώσουν, πάει πέταξε το πουλάκι. Ο κολλητός μου εκεί πέρα όχι μόνο ήξερε πότε θα περνούσαν οι Ιρακινοί τα σύνορα, αλλά είχε κι ένα δικό του συνταγματάρχη που θα μας άφηνε το συγκεκριμένο βράδυ να ακολουθήσουμε την περίπολο.
Ο συνταγματάρχης ήταν πολύ ωραίος τύπος. Παίζανε χαρτιά με τον δικό μου που τον είχε ξελασπώσει σε κάτι δύσκολες φάσεις. Κάνανε και μπαρότσαρκες. Ξεσαλωμένος ο τύπος. Του είχε ρίξει από δίπλα και μια Βουλγάρα δίμετρη και ο συνταγματάρχης τα είχε παίξει.
Εκεί να δείτε χρήμα. Ο κολλητός έφερνε Βουλγάρες για τα μαγαζιά της Θράκης. Του τις χρυσοπληρώνανε. Μέχρι κι εμένα μου έδινε μια. "Για πάρτη σου", μου έλεγε. "Εγώ θέλω μόνο τα έξοδα μου. Μπορείς να τη βάλεις να σου δουλεύει. Κάνε την ότι θες τέλος πάντων".
Εγώ βέβαια του το 'κοψα, χωρίς αν τον προσβάλλω. Αυτός είχε πάντα στο σπίτι δυο- τρεις, τις καλύτερες…
Τον συνταγματάρχη λοιπόν, τον είχαμε του χεριού μας. Παίρνουμε που λετε την περίπολο από πίσω. Έκανε και ψόφο κι ας ήταν φθινόπωρο. Κρυφτήκαμε κάπου να βλέπουμε τον Έβρο και περιμέναμε. Το είχαμε δαγκώσει. Τα παιδιά από το συνεργείο λέγανε ότι θα μας την πέσει κανάς Τούρκος.
Κόντευε αν ξημερώσει κι ακόμη τίποτε. Ήταν θεοσκότεινα. Ξαφνικά ακούμε θόρυβο στο ποτάμι. Εμείς παίρνουμε θέση, το ίδιο κι οι φαντάροι. Με το που πλησιάζει ο θόρυβος, βγαίνουμε από την κρυψώνα. Ανάβουμε τα φώτα κι οι άλλοι ρίχνουν κάτι ριπές στον αέρα. Εμείς τους τραβάμε.
Τους βλέπουμε να καταβαίνουν από μια βάρκα, πανικόβλητοι. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Η περίπολος τους κυκλώνει. Ένας πάει να το σκάσει. Τον πυροβολούν στα πόδια. Πέφτει. Αυτό δεν το δείξαμε, να μην εκθέσουμε και το στρατό…
Ήταν κι ένας έλληνας μαζί τους. Του χώνω μέσα στη μούρη το μικρόφωνο και…

-Το έχουμε δει το υπόλοιπο έργο, τον κόβει η Καίτη.

Αυτός αγνόησε την παρεμβολή της και συνέχισε τη διήγηση του. Η Καίτη δεν τον άκουγε πια. Θυμόταν τα φοβισμένα και έκπληκτα πρόσωπα των Ιρακινών. Τον τρόμο τους. Τα πελώρια μαύρα μάτια των παιδιών. Τα δάκρυα της γυναίκας με το τσαντόρ. Και όλα αυτά γιατί ένα μαλακισμένο ήθελε "αποκλειστικό".
Τους θυμάται μετά από μέρες, στριμωγμένους σε κάποιο δωμάτιο. Ζητούσαν πολιτικό άσυλο που δεν τους δόθηκε. Που να τους έστειλαν άραγε;

Ο "ωραίος" στέκεται τώρα από πάνω της.

-Το ξέρεις ότι το πρόσωπο σου θα "γράφει" καταπληκτικά; Θέλεις να πω στον Καραπάνο να σου κάνει ένα δοκιμαστικό;
Η Καίτη του απάντησε ελάχιστα κόσμια, κάτι που δεν ήταν του χαρακτήρα της. Οι άλλες κοπέλες την κοιτούσαν έκπληκτες. Πάντως τα λόγια της είχαν αποτέλεσμα. Ο "ωραίος" έφυγε σα βρεγμένη γάτα.

Μετά το δελτίο...


Βράδυ πια. Το δελτίο έχει τελειώσει. Το ίδιο κι η βάρδιά της. Ακόμη και η μολυσμένη ατμόσφαιρα του δρόμου της φαίνεται πεντακάθαρη. Παίρνει βαθιές ανάσες σα να έβγαινε μόλις από τα βάθη της θάλασσας. Αποφασίζει να περπατήσει. Ο πραγματικός κόσμος μοιάζει γαλήνιος και ήρεμος. Κι ας ξέρει πως κι αυτό ακόμη είναι μια ψευδαίσθηση. Έχει χάσει για πάντα την αθωότητα της. Φαντάζεται τι γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες και παράθυρα.
Κι όμως όλα της φαίνονται καλύτερα από αυτή την αρρώστια που ζει καθημερινά. Δεν ξέρει τι να κάνει. Να φύγει. Να πάει που;
"Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που θα υπάρξει. Αν υπάρχει μια, είναι αυτή που βρίσκεται ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε κάθε μέρα, που φτιάχνουμε με το να ζούμε μαζί. Δυο τρόποι υπάρχουν για να γλιτώσεις από το μαρτύριο της. Ο πρώτος είναι εύκολος σε πολλούς: δέξου την κόλαση και γίνε μέρος της έτσι που να μην τη βλέπεις πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση και γνώση: ψάξε και μάθε ν' αναγνωρίζεις ποιος και τι, στη μέση της κόλασης, δεν είναι κόλαση, κι αυτά κάνε αν διαρκέσουν, δώσ' τους χώρο"*.

Τα λόγια αυτά που θυμάται, της δίνουν κάποιο θάρρος, αλλά ελάχιστα την παρηγορούν. Οι λίγοι φίλοι, τα Σαββατοκύριακα, οι διακοπές, τα βιβλία, η μουσική. Όλα αυτά προσπαθούν να αποτελέσουν το αντίβαρο, αλλά η ζυγαριά γέρνει επικίνδυνα.

Στο σπίτι, δέχεται αργά την επίσκεψη της μητέρας της. Κρατάει στο χέρι της ένα εβδομαδιαίο περιοδικό ιλουστρασιόν κουτσομπολιού. Στο εξώφυλλο ο ¨καινούργιος" δηλώνει πως θα φέρει τη σοβαρότητα στις ειδήσεις.
"Ωραίο παιδί", σχολιάζει η μητέρα της κι αρχίζει ένας ακόμη από εκείνους τους καβγάδες.

---------------------------------------------------------------------------------

Την άλλη μέρα και πάλι στο κανάλι. Ο καινούργιος κι αυτή τη φορά αγέρωχος, διασταυρώνεται με τη Καίτη. Αυτή τη φορά όμως κάτι έχει αλλάξει. Της χαμογελάει και την καλεί στο γραφείο του.

...Ένα χρόνο αργότερα...

Η παρουσιάστρια των μεσημβρινών δελτίων ειδήσεων του καναλιού, βγαίνει από το τζιπ της που το έχει παρκάρει κακότροπα μπροστά στην είσοδο. Πετάει τα κλειδιά στον φύλακα. Διασταυρώνεται με δυο κοπέλες, και μόλις που χαιρετάει τη μια.
Η μια -η τυχερή που έλαβε τον χαιρετισμό- λεει στην άλλη, τη νεώτερη:

-Να φανταστείς ότι μέχρι πέρσι η Καίτη δούλευε μαζί μας στο αρχείο.
Έκπληκτη η άλλη απαντά:
-Πάντως και από κοντά είναι πολύ όμορφη. Αλλά λίγο ψηλομύτα. Δε βρίσκεις;
-Σσσσς… Την προστατεύει η παλιότερη κοιτάζοντας γύρω της.
-Και οι τοίχοι έχουν αυτιά!


Σημείωση: Κάθε σχέση με πραγματικά πρόσωπα, γεγονότα ή καταστάσεις, όταν δεν είναι τυχαία, είναι αναπόφευκτη...

*Ίταλο Καλβίνο, Οι αόρατες πόλεις, μετάφραση Ε.Γ.Ασλανίδης- Σάσα Καπογιαννοπούλου, εκδόσεις Οδυσσέας

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Περί του τυχαίου


Ο Παύλος ήταν ασκούμενος δικηγόρος. Μια λαμπρή καριέρα ανοιγόταν μπροστά του, όπως τον διαβεβαίωνε ο θείος του κύριος Χριστόδουλος Παραράς -δικηγόρος παρ' Αρείω Πάγω- στο γραφείο του οποίου εργαζόταν έναντι ελάχιστης αμοιβής. Θα έπρεπε βεβαίως να είναι ευχαριστημένος αφού άλλοι συνάδελφοι του δεν πληρώνονταν καθόλου και ταυτοχρόνως σκοτώνονταν στη δουλειά ενώ ο Παύλος συχνά- πυκνά λιαζόταν στο Πάρκο της Σχολής Ευελπίδων, μασουλώντας υπερμεγέθη σάντουιτς και πίνοντας παγωμένη μπύρα με τις δικογραφίες να αναπαύονται πλάι του, παρέα με τα υπόλοιπα έγγραφα.
Η Κλαίρη δούλευε σε ένα μπαρ των Εξαρχείων, τελευταία πολύ της μόδας στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς και όχι μόνον αυτής, πράγμα που της ταίριαζε απολύτως αφού ήταν γνωστή ως συνδικαλίστρια των αριστερών φοιτητικών συσπειρώσεων. Πολλοί γνωστοί περνούσαν για μια βόλτα το βράδυ και για αν πουν δυο κουβέντες μαζί της. Καθώς λοιπόν ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλής το αφεντικό είχε ενθουσιαστεί μαζί της για τους πελάτες που έφερνε και για τις άφθονες ποσότητες οινοπνευματωδών τα οποία κατανάλωναν, καταστρέφοντας και δημιουργώντας καινούργιους κόσμους. Βλέπετε το Τείχος δεν είχε ακόμη σωριαστεί και οι ελπίδες παρέμεναν ζωντανές τον έβδομο χρόνο της "σοσιαλιστικής" διακυβέρνησης της χώρας.
Ο Παύλος και η Κλαίρη ήταν αδέλφια:
-Σταμάτα να λες μαλακίες
-Εσύ να σταματήσεις.
-Δεν άρχισα εγώ.
-Τι; Μήπως εγώ έβρισα το Βαγγέλη σου;
-Δεν είναι Βαγγέλης μου!
-Ο κόσμος το 'χει τούμπανο…
-Ποιος κόσμος μωρέ; Τα γραβατωμένα μικροαστικά δικηγοράκια σου;
-Όχι, οι αμφισβητίες των Εξαρχείων.
-Εσύ κάτσε σπιτάκι σου.
-Ή σπιτάκι μας ή Εξάρχεια;
-Δε μας χέζεις;

Οι σχέσεις τους -όπως καταλαβαίνετε- δύσκολα θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν αρμονικές. Όμως… Όμως εκείνο το μοιραίο απριλιάτικο βράδυ ο Παύλος έχοντας φορέσει το πλέον γοητευτικό του χαμόγελο, κρατώντας το "Μπροστά στον πόλεμο" του Καστοριάδη στο χέρι, κατέφθασε στο μπαρ όπου εργαζόταν η αδελφή του με τη σαφή πρόθεση συμφιλίωσης μετά τον τελευταίο τους τσακωμό. Την ασπάσθηκε δις στα μάγουλα, της ζήτησε συγγνώμη και της πρόσφερε το βιβλίο που την ενθουσίασε και τη συγκίνησε.
Αιτία για όλη αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά του ήταν μια ωραία αρχιτεκτόνισσα, μέλος της Οργάνωσης Σοσιαλιστική Επανάσταση (Ο.Σ.Ε.) που κάποτε ο Παύλος την μπέρδευε με τον Οργανισμό Σιδηροδρόμων Ελλάδος (επίσης Ο.Σ.Ε.). Ήταν περαστικός από τα Προπύλαια, όπου γινόταν μια συγκέντρωση εναντίον της καταστολής, όταν την είδε. Πουλούσε ένα περιοδικό, τη "Μαμή" (η βία είναι η μαμή της Επανάστασης) και είχε ένα όμορφο μελαγχολικό βλέμμα. Την πλησίασε και της ζήτησε να αγοράσει το περιοδικό. Έπιασαν τη κουβέντα, αλλά δεν κατάφερε να μάθει τίποτε περισσότερο από τις απόψεις της οργάνωσης της, το μικρό της όνομα και το επάγγελμα της. Την έλεγαν Ελένη. Λίγο πι ψηλή από το μέτριο, καστανή, με σπαστά μαλλιά και μεγάλα μάτια που σε ξεγελούσαν για την ηλικία της που οπωσδήποτε ήταν κάτω από τα τριάντα. Αυτή φαινόταν Σα να είχε μόλις τελειώσει το λύκειο.
Ο Παύλος έκανε θραύση στον γυναικείο πληθυσμό του κύκλου που κινιόταν στις παρυφές της Ελληνικής Αριστεράς (ΕΑΡ) -ακόμη τότε ο Συνασπισμός δεν υπήρχε- εδώ όμως τα πράγματα δυσκόλευαν. Η συνηθισμένη του αυτοπεποίθηση έγινε αμηχανία. Εδώ δεν μπορούσε να "καθαρίσει" με Προυστ ή Ουμπέρτο Έκο, ούτε καν με στίχους από τη Μαρία Νεφέλη -το πράγμα ήταν φανερό. Αλλά ήταν και κάτι άλλο: σ' αυτή την περίπτωση ένιωσε ότι δεν είχε να κάνει με κάτι απλό και φευγαλέο. Αν δεν ήταν εγωιστής θα παραδεχόταν ότι ήταν απλούστατα ερωτευμένος. Ανακάλυπτε λυρισμό ακόμη και στα άρθρα της "Μαμής", προσπαθώντας να μαντέψει αν κάποιο από αυτά ήταν της Ελένης. Κάποια παλιά τετράδια ανασύρθηκαν από τα βάθη της ντουλάπας και γενικώς ο Παύλος με τη σκέψη, τα διαβάσματα και τη μουσική, μεγέθυνε το αίσθημα του, κάνοντας το ανυπόφορο και βεβαίως βαθύτερο.

Τώρα που κολλάει η Κλαίρη σ' αυτά;
Ως μέλος των "Συσπειρώσεων" αλλά και ως τρομερά κοινωνικό άτομο, αποκλειόταν (σχεδόν) να μη γνωρίζει την Ελένη. Πράγματι ο Παύλος κατάφερε να διαπιστώσει ότι δεν είχε πέσει έξω, πράγμα του κατάφερε να διαπιστώσει φέρνοντας τεχνηέντως την κουβέντα στην ΟΣΕ και λέγοντας ότι γνώρισε μια κοπέλα -Ελένη νομίζει την έλεγαν, με κατσαρά- μάλλον σπαστά καστανά μαλλιά, που φορούσε φαρδύ πουλόβερ, ινδική φούστα μονόχρωμη και μποτάκια. "Α! Θα λες την Ελένη τη Δροσινού. Είχαμε παει διακοπές κάποτε μαζί στη Σέριφο. Πρόπερσι. Ξέρεις με το Νικήτα και τους άλλους".
Ο Παύλος προσπάθησε μάταια να σταματήσει το κοκκίνισμα που το 'νιωθε να ανεβαίνει στα μάγουλα του, αλλά και να ρεγουλάρει τους σφυγμούς του που χόρευαν σε επικίνδυνους ρυθμούς φόβου και ευφορίας.
-Τι είναι αυτό που ακούγεται;
-Κιμ Κάρνς.

Η Κλαίρη δεν ξεγελάστηκε από την παρέκβαση του. Τον κοιτούσε ήδη με εκείνο το λίγο ειρωνικό της χαμόγελο που από μικρό παιδί τον εκνεύριζε. Έπρεπε όμως να συγκρατηθεί. Η μεγάλη του αδελφή κρατούσε τα κλειδιά του παραδείσου ή επί το ρεαλιστικότερο τη διεύθυνση, το τηλέφωνο αλλά και τη δυνατότητα μιας συνάντησης με τη γλυκύτατη αριστερίστρια. Χωρίς να το καλοσκεφθεί της μίλησε ευθέως:

-Ξέρεις, μ΄αρέσει…
-Η Κιμ Κάρνς;
-Όχι, η Ελένη Δροσινού.
-Α!

"Αξ και ξερός" σκέφθηκε ο Παύλος

-Μπορείς να κάνεις τίποτα; είπε φωνακτά τη στιγμή που σταματούσε το τραγούδι, με αποτέλεσμα να γυρίσουν όλοι οι θαμώνες να τον κοιτάξουν, επιστρέφοντας γρήγορα στα ποτά τους, όταν είδαν ότι δεν συνέβαινε τίποτα το οποίο θα μπορούσε να προκαλέσει τους μύδρους της κοινωνικής τους κριτικής.
-Θέλεις να κάνω την προξενήτρα δηλαδή;
-Όπως θέλεις πες το.

Και η αδελφή του, δίνοντας του ένα από τα σπάνια δείγματα αδελφικής αγάπης, του είπε ότι θα έλεγε στην Ελένη να περάσει από το μπαρ για να συζητήσουν και θα τον ειδοποιούσε κι αυτόν να περάσει -"τυχαία".

-Από εκεί και πέρα είναι δική σου δουλειά.

Η ποθητή νύκτα έφθασε. Η νευρικότητα που τον κυρίευσε από το προηγούμενο απόγευμα, όταν η Κλαίρη πιστή στην υπόσχεση της, του τηλεφωνούσε για να του πει ότι όλα κανονίστηκαν, είχε καταπέσει προς μεγάλη του ανακούφιση, ακριβώς την ώρα που θα 'πρεπε, χάρις σε ένα ζεστό μπάνιο με αφρόλουτρο.
Ντύθηκε απλά, αλλά με γούστο, έβαλε διακριτικά λίγη κολόνια και γύρω στις δέκα ξεκίνησε για τα Εξάρχεια. Όλα πήγαιναν καλά. Ακόμη και το λεωφορείο ήλθε αμέσως.
Στην είσοδο του μπαρ γινόταν επιλογή πελατών, αλλά πέρασε χωρίς πρόβλημα. Την ίδια στιγμή η αδρεναλίνη ξεχύθηκε στον οργανισμό του Σα φουσκωμένο ποτάμι, καθώς αντίκρισε την πλάτη της Ελένης που συνομιλούσε με την Κλαίρη. Κάποιος είχε γυρίσει τον διακόπτη: η μουσική είχε σταματήσει, ο κόσμος εξαφανίσθηκε -απόμεναν μονάχα οι δυο κοπελιές, εκατέρωθεν του πάγκου του μπαρ. Η Κλαίρη τον χαιρέτησε κι η Ελένη γύρισε να τον κοιτάξει. Έκαναν ο ένας στον άλλο το νεύμα της αναγνώρισης. Ο Παύλος τις πλησίασε μέσα στη σιωπή…

-Γεια χαρά, είπε κομπιάζοντας. Η Ελένη δεν ήταν η Ελένη! Ή μάλλον η ωραία αρχιτεκτόνισσα δεν ήταν η Ελένη Δροσινού. Η Κλαίρη είχε καταλάβει λάθος. Αυτή την Ελένη από την ΟΣΕ την ήξερε!

Παράγγειλε ένα διπλό ουίσκι και η αδελφή του, τους άφησε με τρόπο μονάχους, βυθισμένη στην πλάνη της, ενώ ο Παύλος ξεπερνώντας το σοκ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ΟΣΕ είχε... ωραίες γυναίκες! Διότι κι αυτή η Ελένη του άρεσε!

Έφυγαν μαζί από το μπαρ. Εκείνη η νύκτα στάθηκε η απαρχή μιας θυελλώδους σχέσης που κράτησε δυο χρόνια και επτά μήνες.

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό "Ακροβασία στο Χαλάνδρι". Η ιδέα αυτή μεταμορφώθηκε σε σενάριο από φίλο σκηνοθέτη και λίγο έλειψε να γίνει μικρού μήκους ταινία (αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία)

Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

Η ιστορία μιας αρχισυντάκτριας


“Δεν άλλαξες καθόλου”, της είπα -και το εννοούσα! Είχαμε να ειδωθούμε πάνω από μια δεκαετία και νάτην τώρα μπροστά μου, γοητευτικότερη από ποτέ, με το ωραίο της χαμόγελο και με... μαγιό! Δεν κάναμε κάποια παράξενη φωτογράφιση, ούτε είμαστε χειμερινοί κολυμβητές. Η συνάντηση μας έγινε σε κλειστή και θερμαινόμενη πισίνα, όπου εμείς -όπως και πολλοί συμπολίτες μας- τρέχαμε χειμώνα- καλοκαίρι, μήπως καταφέρουμε να κρατήσουμε σε κάποια αξιοπρεπή κατάσταση το σώμα μας, καθώς ο χρόνος κυλούσε αδυσώπητος...
Όχι όμως για την Κ. Που ακόμη και με τον απαίσιο σκούφο που μας υποχρεώνουν να φοράμε στα κολυμβητήρια, ήταν όπως πάντα μια κούκλα και έμοιαζε λες και τα δέκα χρόνια δεν είχαν προσθέσει ούτε μια ρυτίδα στο πρόσωπο της. Εξίσου καλά είχε φερθεί ο χρόνος και στο σώμα της...
Όσο για μένα, όρθωσα λίγο το ανάστημά μου, ρούφηξα την κοιλιά μου και είπα:
“Δε βουτάμε να τα πούμε μέσα καλύτερα;”
Με την B. Είχαμε γνωριστεί στα “ηρωικά χρόνια” της ιδιωτικής τηλεόρασης, πριν τα ριάλιτι καταλάβουν κάθε σπιθαμή του τηλεοπτικού χρόνου, όταν εκείνη -μεγαλύτερη από μένα (το λέω επειδή δεν αναφέρω το όνομά της)- ήταν βοηθός αρχισυντάκτρια κι εγώ ένας ρεπόρτερ στα πρώτα του βήματα. Πολύ ικανή και συστηματική, μέσα σε λίγο καιρό είχε ουσιαστικά αναλάβει και το ρόλο του αρχισυντάκτη της εκπομπής και όλοι σε εκείνη απευθυνόμασταν για όλα τα ζητήματα.
Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τη “φλέρταραν” για να το πω διακριτικά. Ακόμη και ο καναλάρχης την είχε καλέσει για ιδιαίτερη συνομιλία στο γραφείο του. Δεν πήγε ποτέ...
Η B. ήταν έτσι κι αλλιώς ερωτευμένη. Ο καλός της ήταν γιατρός και Θεσσαλονικιός. Για χάρη του άφησε καριέρα και Αθήνα. Την τελευταία φορά που άκουσα γι' αυτήν βρισκόταν στο δεύτερο παιδί και ασχολιόταν με την οργάνωση της κοινωνικής της ζωής...

Αποκαλύψεις...

Στις 24 διαδρομές που κάναμε στην πισίνα το επόμενο μισάωρο έμαθα τα πάντα: Πριν από δυο χρόνια πήρε -φιλικό- διαζύγιο και κατέβηκε στην Αθήνα με τα παιδιά, που τα φρόντιζε η γιαγιά. Εκείνη επέστρεψε στον τηλεοπτικό χώρο, κάνοντας καινούργια αρχή και από τη φετινή σεζόν ανέλαβε την πρωινή εκπομπή στο...
Είπαμε πως θα βρεθούμε οπωσδήποτε να τα πούμε και εκτός... νερού, κάτι που δεν συνέβη. Όμως δυο φορές τη βδομάδα συναντιόμασταν ανελλιπώς στο κολυμβητήριο. 240 διαδρομες αργότερα, μου πρότεινε να πιούμε έναν καφέ μετά.
Έμοιαζε κάπως νευρική και ο καφές έγινε “Τζόνι με πάγο”.
“Σε κάποιον πρέπει να μιλήσω γιατί θα σκάσω. Μόνο σε σένα τολμάω να το πω. Και σε ξέρω από παλιά πω είσαι “τάφος”. Κουβέντα δε σου 'παιρνε κανείς”
Η περιέργειά μου είχε ανάψει για τα καλά.
“Είμαι πάλι ερωτευμένη”, μου είπε.
“Σου πήρε 20 χρόνια να καταλάβεις ότι είμαι ο άντρας της ζωής σου;”
“Έλα σταμάτα! Μιλάω σοβαρά...”
Σύντομα κατάλαβα το άγχος και τη νευρικότητά της. Το “σκοτεινό αντικείμενο του πόθου” είχε δυο σοβαρά μειονεκτήματα: Πρώτον, ήταν 15 χρόνια νεότερος. Και δεύτερον, ήταν υφιστάμενος της. Νεαρός ρεπόρτερ στην εκπομπή.
“Μήπως είναι και γκέι;” ρώτησα προσπαθώντας να ηρεμήσω την κατάσταση -ανεπιτυχώς.

...και η συνέχεια...

360 διαδρομές αργότερα, ήπιαμε τα επόμενα Τζόνι μας σε κλίμα ευφορίας. Είχε πάρει τη μεγάλη αόφαση και ζούσε με πάθος τον καινούργιο της έρωτα, αδιαφορώντας για όσα συνέβαιναν γύρω της. Περιττό να πω ότι ήταν ακόμη ωραιότερη. Ακτινοβολούσε. Το έβλεπα και στα λάγνα βλέμματα γύρω μας. Ίσως και λίγο από ζήλια, προσπάθησα να την προσγειώσω.
“Μη μου αρχίσεις κι εσύ για τη διαφορά ηλικίας!” δήλωσε κοφτά. Και προτίμησα να παω με τα νερά της.
Το επόμενο πρωί, έλαβα ένα e-mail.

To: stoforos@yahoo.com
From: Β.T.
Subject: Older woman younger man


Kalimera Kosta,
Sou stelno dyo themata poy metefrasa apo to Internet. Prin mou arxiseis pali gia ti diafora ilikias, diavase ta se aprakalo,
Filia,
B.

Attachment 1:

Οι τρεις μύθοι
Η Σούζαν Γουίντερ είναι συγγραφέας του διεθνούς best seller “Older Women, Younger Men: New Options for Love and Romance”. Η ίδια είχε πολλές σχέσεις με νεότερους άντρες, ακόμη και 20 χρόνια μικρότερους!
Μαζί με τη συνεργάτιδα της Φελίσια Μπρινκς, πήραν συνεντεύξεις από 200 ζευγάρια. Η επιστημονική τους έρευνα κατέρριψε τους τρεις μεγάλους μύθους για τη σχέση μεγαλύτερων γυναικών με νεότερους άντρες
-Μύθος 1ος: “Θα σε αφήσει για μια νεότερη γυναίκα”
Οι συγγραφείς λένε πως δεν βρήκαν ούτε ένα νεαρό άντρα που έκανε κάτι τέτοιο, τουλάχιστον για μια συγκεκριμένη γυναίκα και μόνο και μ΄νο για το γεγονό ότι ήταν μικρότερη. “Σε ορισμένες περιπτώσεις οι άντρες ήθελαν παιδιά”, λένε, “και η σχέση διαλύθηκε εξαιτίας αυτού του γεγονότος”.
-Μύθος 2ος: “Η γυναίκα αποπλανεί και παρασύρει τον άντρα -όπως η Mrs Robinson”.
Και στις 200 περιπτώσεις που εξέτασαν οι συγγραφείς ο άντρας έκανε το πρώτο βήμα!
-Μύθος 3ος: “Δεν θα κρατήσει για πολύ η σχέση”
Μερικά από τα ζευγάρια που εξετάστηκαν ήταν για 25 χρόνια και περισσότερο μαζί. Ο μέσος όρος διάρκειας της σχέσης στα 200 ζευγάρια, ήταν τα 13 χρόνια.

Attachment 2:

Γιατί να προτιμήσετε μεγαλύτερες γυναίκες

1. Όταν σε κοιτάζει, εκτιμά κάθε ρυτίδα και κάθε καμπύλη του νεαρού σου σώματος
2. Είναι ανεξάρτητη, έχει τη ζωή της και τη δουλειά της και είναι πολύ απασχολημένη ώστε να ασχολείται μαζί σου όλη μέρα.
3. Έχει την αυτοπεποίθηση που λείπει στις μικρότερες γυναίκες
4. Έχει τακτοποιημένα τα οικονομικά της και δεν περιμένει από εσένα να της ψωνίζεις.
5. Το σεξ είναι εξαιρετικά ικανοποιητικό γιατί η κορύφωση της ερωτικής ζωής μιας γυναίκας ταιριάζει περισσότερο με αυτή ενός νεαρού άντρα.
6. Δεν θέλει όλο να παίρνει. Της αρέσει να δίνει
7.Δεν την ενδιαφέρει “τι θα πουν οι γείτονες” και η οικογένειά της
8.Είναι πιο ευθύς και ειλικρινής από τις νεότερες γυναίκες. Δεν διστάζει να σου πει αυτό που σκέφτεται
9.Μαζί της ξέρεις πάντοτε που βρίσκεσαι
10. Γνωρίζει ποιά είναι και τι θέλει. Δεν έχει καμιά διάθεση να παίζει παιχνίδια με τη σχέση της.
11. Θα σε βοηθήσει να αποκτήσεις μια πιο ώριμη αίσθηση του έρωτα
12. Αν αποφασίσετε να παντρευτείτε, έχετε περισσότερες πιθανότητες να ζήσετε όλη τη ζωή σας μαζί, αφού οι άντρες πεθαίνουν νωρίτερα από τις γυναίκες!
13.Το κάνεις “όπως Αμερική”. Στις ΗΠΑ το 34% των γυναικών από 40 έως 69 ετών έχουν σχέση με νεότερους άντρες. Στο 12% των γάμων η γυναίκα είναι μεγαλύτερη από τον άντρα

...504 διαδρομές αργότερα....

Κάναμε έλξεις κάτω από τους βατήρες και η Β. Έμοιαζε και πάλι προβληματισμένη.
“Με στραβοκοιτάνε όλοι στην εκπομπή. Το έχουν καταλάβει για μένα και τον Γ. και οι μεν κοπέλες μου φέρονται εχθρικά, οι δε άντρες λες και είμαι διαθέσιμη για όλους! Άσε τι τραβάει αυτό και πως ζηλεύουν. Έχουν ανεβάσει και τους τόνους της φωνής. Αντιδράνε σε κάθε παρατήρησή μου λες και είμαστε ίσα κι όμοια. Ειδικά ένα μ... που τον γούσταρε, βγάζει μια γλώσσα... Κι ο καλός μου παρουσιαστής παίρνει το μέρος τους. Βλέπεις δεν του κάθησα και το φέρει βαρέως!”
Πρώτη φορά την έβλεπα να μιλάει έτσι και με τέτοιο λεξιλόγιο. Φαντάζομαι να κατάλαβε πως δεν είμαστε “όπως Αμερική”...
“Θα φύγω”, μου είπε. “Δεν τους έχω ανάγκη! Δεν θα μου καταστρέψουν αυτοί τη ζωή.”

...Το είπε και το έκανε. Όμως ο καλός της δεν την ακολούθησε. Μετά από λίγο καιρό της είπε να χωρίσουνε. Έμαθε πως τα έφτιαξε με την αυθαδέστατη μικρή...
“Νομίζω πως επιβεβαίωσες και τους τρεις μύθους: Εσύ τον προσέγγισες πρώτη, αυτός σε άφησε για μια νεότερη γυναίκα και η σχέση σας δεν κράτησε...”
“Είμαι η εξαίρεση που ειβεβαιώνει τον κανόνα! Δυστυχώς...”
“Δεν του στέλνεις τα 13 σημεία να δει τι χάνει;”
“Το έκανα ήδη! Άσε που με αυτή που έμπλεξε, θα το διαπιστώσει σύντομα...”
“Μακάρι”, σκέφτηκα από μέσα μου και βγήκα από την πισίνα.


Το κείμενο σε κάπως συντομευμένη μορφή, δημοσιεύτηκε στο Votre Beaute

Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΟ ΕΙΔΥΛΛΙΟ

Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Ακροβασία στο Χαλάνδρι". Στη νέα του μορφή δημοσιεύεται για πρώτη φορά...

Για όλα έφταιγε ο Σαραβάκος. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Με εκείνο το γκολ από απευθείας χτύπημα φάουλ, που άφησε κοκαλωμένο τον αντίπαλο τερματοφύλακα, περνώντας με φάλτσο τη μπάλα πάνω από το τείχος και μέσα στις ιαχές των εξήντα -περίπου- χιλιάδων φιλάθλων, την έστειλε να καρφωθεί στο "γάμα" της εστίας.
Η Μαίρη έγινε φανατική οπαδός και θαυμάστρια του Σαραβάκου. Δεν έχανε πια ούτε τις προπονήσεις κι ας ήταν ολόκληρο ταξίδι από τους Αμπελόκηπους στην Παιανία, κι ας ξεπερνούσε το όριο απουσιών στα ΤΕΙ Λογιστών, όπου διήνυε ήδη το τρίτο εξάμηνο φοίτησής της. Τις Κυριακές διέσχιζε όλη την Ελλάδα από την Κρήτη ως τις Σέρρες, ακολουθώντας πιστά τον Παναθηναϊκό στην ακάθεκτη πορεία του προς την κατάκτηση του Πρωταθλήματος. Τον πήρε λοιπόν η μπάλα και τον Γιώργο, πλατωνικό υποστηρικτή του Ολυμπιακού και ένθερμο πολιορκητή της Μαίρης, που θα ήταν έτοιμος να απαρνηθεί κι αυτές τις ποδοσφαιρικές ιδέες του για το χατίρι της.
Μονάχα που η Μαίρη δεν του άφησε κανένα περιθώριο και τα 'φτιαξε με ένα παιδί από τη Θύρα 13, τον Χρήστο, που δούλευε σε κάποιο συνεργείο της λεωφόρου Μεσογείων, αν και κατά βάθος θεωρούσε και αυτή τη λύση προσωρινή, μέχρι αν την προσέξει ο Σαραβάκος. Γι' αυτό και πάντοτε έφθανε ντυμένη του κουτιού στις προπονήσεις, προκαλώντας όχι λίγα βλέμματα θαυμασμού στους υπόλοιπους οπαδούς, αλλά και κάποιες χειρονομίες ή σφυρίγματα, που σιγά- σιγά κοπήκανε όταν ένιωσαν τη Μαίρη σαν ένα δικό τους άνθρωπο. Όσο για τους υπόλοιπους και μόνο η εμφάνιση του αγριωπού και μπρατσωμένου Χρήστου τις Κυριακές στο πλάι της, τους έκοψε κάθε όρεξη για περαιτέρω κινήσεις.
Όλα τα μάθαινε ο Γιώργος από διάφορους κοινούς γνωστούς που εξακολουθούσαν να ανέχονται τη νεοφώτιστη ορμή της Μαίρης περί τα ποδοσφαιρικά. Κάθε ελπίδα χάθηκε γι' αυτόν, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να σιχαθεί εντελώς το ποδόσφαιρο, ιδίως από την εποχή που αγόρασε τον Ολυμπιακό ο Κοσκωτάς. Άμεση συνέπεια ήταν η πολιτική του συνειδητοποίηση -βοήθησε και μια χαριτωμένη πρωτοετής κνίτισσα- κι έτσι ο Γιώργος οργανώθηκε στην "Πανσπουδαστική", όπου επέδειξε ένα σπάνιο συνδικαλιστικό ταλέντο και μια μοναδική ευγλωττία στις συνελεύσεις των φοιτητών. Γρήγορα- γρήγορα από απαθής για την πολιτική νέος, έγινε στέλεχος της σπουδάζουσας της ΚΝΕ. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

Η Μαίρη στο μεταξύ γινόταν μια ναρκομανής του ποδοσφαίρου, που επιζητούσε μια ολοένα μεγαλύτερη δόση. Κάθε πρωί αγόραζε όλες τις αθλητικές εφημερίδες, ενώ μέσα στη βδομάδα δεν έχανε ποτέ τα σημαντικά για την ποδοσφαιρική και ειδικότερα για την "παναθηναϊκή" βιβλιογραφία. Είχε γίνει μια μανιακή του πράσινου χρώματος και του τριφυλλιού, αλλάζοντας άρδην τη διακόσμηση της μικρής της γκαρσονιέρας. Διότι σε μια γκαρσονιέρα έμενε από την εποχή που ήρθε στην Αθήνα από τον Πολύδροσο Παρνασσού (ή Σουβάλα όπως τη λένε οι ντόπιοι και η οποία άλλαξε ονομασία, όπως και άλλα χωριά της γύρω περιοχής κατά την εποχή της "ελληνοποίησης" των ονομάτων, προκειμένου να ξεχασθούν οι όποιες σλάβικες επιρροές και να αποστομωθούν "ανθέλληνες" όπως ο Φαλμεράγιερ). Ήρθε λοιπόν στην πρωτεύουσα για να τελειώσει το λύκειο και να δώσει εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο, διατηρώντας όλα αυτά τα χρόνια μια ανεπαίσθητη ρουμελιώτικη προφορά, που μονάχα κάποιον ιδιαιτέρως σχολαστικό θα ενοχλούσε. Στο μυαλό της όμως, αυτό το μικρό ελάττωμα, αν το πούμε έτσι, διογκωνόταν. Η Μαίρη είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω της και δεν μιλούσε ποτέ για την καταγωγή της. Και δεν θα ξαναπάταγε το πόδι της στη Σουβάλα, αν δεν ήταν το χρηματικό ζήτημα. Ο πατέρας της, ευκατάστατος μπακάλης, πλήρωνε γενναία για τις σπουδές της κόρης του και αυτή, μέχρι την "ανακάλυψη" του ποδοσφαίρου ήταν πράγματι άψογη σε αυτόν τον τομέα, περνώντας τα μαθήματά της χωρίς πρόβλημα.

"Μαύρα μάτια/ μαύρα φρύδια"

"Μαύρα μάτια/ μαύρα φρύδια/ κατσαρά μαύρα μαλλιά/ άσπρο πρόσωπο σαν κρίνος/ και στο μάγουλο ελιά". Πολλοί της το είχαν τραγουδήσει αυτό από τα δεκαπέντε της που πήρε να ομορφαίνει, αναστατώνοντας το νεαρόκοσμο της Σουβάλας και των γύρω χωριών, και όχι μόνο αυτών. Διάφοροι επίδοξοι γόητες είχαν κάψει τα φτερά τους με τη Μαίρη, που τελικά ενέδωσε στον ξάδερφο της Αντώνη, φοιτητή από την Αθήνα, το βράδυ της 26ης Αυγούστου του 198.., μετά από την ολονύκτια διασκέδαση τους στο πανηγύρι του χωριού Καστέλλια, όπου είχαν παει με το φιατάκι του. Σε λίγες μέρες έκλεινε τα δεκαεφτά της…

Το ειδύλλιο της με τον Αντώνη κράτησε αρκετά σε μάκρος, καθώς την ίδια χρονιά ήρθε να εγκατασταθεί στην Αθήνα, για να τελειώσει το λύκειο -όπως είπαμε. Χάρις σε αυτόν ξεπέρασε με αρκετή άνεση το σοκ της αλλαγής περιβάλλοντος και έκανε ένα πλήθος γνωριμιών, όντας εκ φύσεως κοινωνική. Μακριά από τις οικογενειακές πιέσεις, με δικό της χώρο, αλλά και εξαιτίας της οικειότητας με τον ξάδερφο της αφού ήταν φίλοι αγαπημένοι από μικρά παιδιά, η μύηση της στον έρωτα στάθηκε κι αυτή ιδιαιτέρως ευτυχής, διώχνοντας τα συμπλέγματα που πολλά αγόρια και κορίτσια υποφέρουν σε αυτή την ηλικία.
Δεν μπορούμε να πούμε όμως, το ίδιο και για τον χωρισμό τους που προκάλεσε αρκετά βίαια ξεσπάσματα της Μαίρης εναντίον του Αντώνη, όταν ανακάλυψε ότι αυτός, αν και της το έπαιζε συντετριμμένος, είχε βρει προ πολλού την εναλλακτική λύση στην αγκαλιά της καλύτερης- μέχρι τότε- φίλης της, με την πρόφαση των οικολογικών συζητήσεων, αφού ο Αντώνης ήταν μέλος της Εναλλακτικής Κίνησης Οικολόγων, γνωστής σαν Ε.Κ.Ο., όπου υποτίθεται ότι είχε στρατολογήσει τη Σταυρούλα (δηλαδή την καλύτερη φίλη της) που της έπαιζε θέατρο για μήνες, παθιασμένη -υποτίθεται- με τις βιολογικές καλλιέργειες και την υγιεινή διατροφή. Ποιος; Η Σταυρούλα! Που δεν ήξερε καν πως βγαίνουν τα φασόλια…
Έτσι πήγαν κι οι εξετάσεις κατά διαόλου κι αντί για Κοινωνιολογία, βρέθηκε -πάλι καλά- στα ΤΕΙ Λογιστών, φανατική εχθρός των Οικολόγων, μπολιασμένη ωστόσο με μια αντεξουσιαστική δόση, χωρίς καμιά τάση πολιτικοποίησης, αλλά μάλλον άρνησης και γελοιοποίησης των πάντων, γεγονός που της χάρισε άφθονους φίλους, αλλά και αντίστοιχους εχθρούς, μερικοί από τους οποίους δεν δίσταζαν να τη σαρκάζουν για την προφορά της. Κάποιος μάλιστα -ποτέ δεν έμαθε ποιος- της κόλλησε και το παρατσούκλι "Μαλάμω", το οποίο όμως δεν έτυχε ευρείας διαδόσεως. Υποψίες γι' αυτό βαραίνουν κάποιον Ρηγά ο οποίος της είχε κάνει την πρόταση να τα φτιάξουν και αυτή του το αρνήθηκε με τον χειρότερο τρόπο. Ο Ρηγάς -λέγεται- με τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, μανιώδης αναγνώστης του Σεφέρη, ακόμη και κατά τις ώρες διδασκαλίας, μάλλον θα ξεσήκωσε το παρατσούκλι "Μαλάμω" από το γνωστό ποίημα του αγαπημένου του ποιητή, υπό τον τίτλο "Δημοτικό Τραγούδι", όπου λεει:

Τα μονοκοτυλήδονα
Και τα δικοτυλήδονα
Ανθίζανε στον κάμπο
Σου το 'χαν πει στον κλήδονα
Και σμίξανε φιλήδονα
Τα χείλια μας, Μαλάμω!

Και αυτό μάλλον αποδεικνύει την απόσταση που έχει πολλές φορές η ποίηση από τη ζωή, αφού ο Ρηγάς μας, ουδέποτε έσμιξε τα χείλη του με τη δική του Μαλάμω, πόσο μάλλον και φιλήδονα. "Οι άνθρωποι γίνονται κακοί όταν τους απορρίπτουν, δήλωσε φίλη της Μαίρης σε πηγαδάκι όπου κυκλοφορούσαν οι εκδοχές για το περίφημο παρατσούκλι.
Τώρα η Μαίρη σμίγει φιλήδονα τα χείλη της με τον Χρήστο κάτω από το αγαθό βλέμμα του Σαραβάκου, από κορνιζαρισμένο εξώφυλλο του "Ταχυδρόμου" που τον εικονίζει στο πλάι ενός κανονιού στο Λυκαβηττό. Δίπλα του γράφει με κίτρινα γράμματα

Δημήτρης Σαραβάκος: "Αξίζω 350.000.000 δραχμές"

Και ο Χρήστος γίνεται τολμηρότερος απ' ότι συνήθως, κόβοντας την ανάσα της Μαίρης που προς στιγμήν ξεχνά το ίνδαλμα της -με τα Sea and City, το άσπρο πουκάμισο και το μπεζ παντελόνι με τις πιέτες- που χαμογελά με φόντο τον Αττικό ουρανό.
"…Πιστεύω στη θρησκεία, στο Θεό και πηγαίνω τακτικά στην εκκλησία. Δυστυχώς δεν έχω χρόνο τις Κυριακές, το χειμώνα, να πηγαίνω ν' ανάψω κερί, γιατί είμαστε τον περισσότερο καιρό στα ξενοδοχεία με τον Παναθηναϊκό κι άλλοτε πάλι με την εθνική ομάδα. Έτσι, αυτό που θα έκανα την Κυριακή, το κάνω τη Δευτέρα και μάλιστα, λίγο μακριά απ' το κέντρο", έλεγε στη συνέντευξη του λίγο καιρό μετά τον αγώνα στην Ουγγαρία με τη Χόνβεντ στο 5-2, όπου είχε κάνει εκπληκτική εμφάνιση, σημειώνοντας και τα δυο γκολ της ομάδας του. Η Μαίρη δεν είχε καταφέρει τότε να βρει λεφτά για να πάει και είδε το ματς στην τηλεόραση, απογοητευμένη από την ήττα, αλλά μαγεμένη από το Δημήτρη που έκανε σκόνη τους Ούγγρους -μια ομάδα μόνος του.

Δεκαπέντε μέρες μετά, ο Παναθηναϊκός νικούσε με 5-1, παίρνοντας την πρόκριση και βυθίζοντας τη Μαίρη σε αληθινό παραλήρημα που την οδήγησε για πρώτη φορά σε μπάνιο στην Ομόνοια και σ' ένα υπέροχο ερωτικό βράδυ με το Χρήστο, ύστερα από την κατανάλωση άφθονης ελληνικής σαμπάνιας.

Μετά από όλα τούτα, είναι ν' απορεί κανείς, πως τα κατάφερα και την "πάτησα" μαζί της -όπως θα 'λεγε κι ο Χρήστος- που μου διηγήθηκε την ιστορία της σε χρόνο ανύποπτο, μετά το δεύτερο μισόκιλο κρασιού στην ταβέρνα πίσω από το "Απόστολος Νικολαϊδης", πιο γνωστό ως γήπεδο της Λεωφόρου. Το Χρήστο τον είχα γνωρίσει γύρω στη μεταπολίτευση, όταν εγκαταστάθηκα στην οδό Λαρίσσης στους Αμπελοκήπους, σε κάποιο διαμέρισμα μιας πολυκατοικίας η οποία είχε ανεγερθεί στη θέση μονοκατοικίας που ανήκε στην οικογένεια του, αποδίδοντάς τους, δυο διαμερίσματα και δυο μαγαζιά.
Νοικιάσαμε λοιπόν ένα τεσσάρι με θέα προς το μικρό παρκάκι (Πανόρμου και Λαρίσης γωνία -εκεί που σήμερα βρίσκεται και σταθμός του μετρό), το οποί ήταν ένα εκ των δυο διαμερισμάτων που ανήκαν στην οικογένεια Καραδήμου, στους γονείς δηλαδή του Χρήστου, με τον οποίο ως συνομήλικοι και γείτονες, αρχίσαμε να κάνουμε στενή παρέα, για δυο- τρία χρόνια που συνέπεσαν με την εφηβεία μας, δημιουργώντας έναν μακρύ κατάλογο κοινών εμπειριών σε όλους τους τομείς.
Αργότερα ξεκόψαμε. Κάτι οι διαφορετικοί μας δρόμοι στο χώρο των ιδεών, κάτι οι διαφορετικές παρέες, αλλά κυρίως η μετακίνηση μου προς τα βόρεια προάστια, χαλάρωσαν ως το σημείο της ανυπαρξίας τη σχέση μας. Επανασυνδεθήκαμε ύστερα από χρόνια, εντελώς τυχαία, όταν πήγα το αμάξι μου στο συνεργείο όπου εργαζόταν ως βοηθός μηχανικού. Βγαίναμε συχνά οι δυο μας μετά απ' αυτό. Τότε πάνω- κάτω ήταν και στο φόρτε της η ιστορία με τη Μαίρη την οποία παρακολουθούσα βήμα προς βήμα από τις διηγήσεις του. Τότε…

Το μοιραίο πάρτι
Τότε έκανα ένα πάρτι στο οποίο ήρθαν μαζί. Ο Χρήστος μας σύστησε και μας άφησε "να τα πούμε", κατευθυνόμενος προς έναν όμιλο παλιών γνωστών. Καταλάβαινα επιτέλους γιατί τόσοι πολλοί επιθυμούσαν να της ψιθυρίσουν το τραγούδι του Βαμβακάρη για τα "μαύρα μάτια", καθώς μέσα σε λίγα λεπτά αντελήφθην ότι είχα εισέλθει κι εγώ στη μεγάλη τους ομάδα, πλην όμως με την χωρίς λόγο -και επαρκείς ενδείξεις- βεβαιότητα ότι δεν θα απορριπτόμουν. Φίλος μεν ο Χρήστος, φιλτάτη όμως η Μαίρη, την οποία έπεισα πως θα μπορούσα να βοηθήσω αποτελεσματικά στις εξετάσεις του εξαμήνου και ιδιαιτέρως στο μάθημα της Λογιστικής, αφού αυτό ακριβώς ήταν το επάγγελμα μου, που για πρώτη φορά φαινόταν χρήσιμο στις κοινωνικές μου σχέσεις. Το πρόχειρο στρατήγημα μου απέδωσε τον αριθμό του τηλεφώνου της, αλλά κυρίως ένα ραντεβού στο σπίτι μου για "ιδιαίτερο μάθημα" στη λογιστική, την επόμενη μέρα το απόγευμα, μετά το ματς.
Το άλλο πρωί, αν και ξύπνησα αργά, έσπευσα να προμηθευθώ από έναν γείτονα την αφίσα με την ενδεκάδα του Παναθηναϊκού και ξεπερνώντας τις ελάχιστες τύψεις μου, την κορνίζαρα, βάζοντας τη στη θέση μιας αφίσας από έκθεση φωτογραφίας που πριν κοσμούσε το υπνοδωμάτιο (και ταυτοχρόνως γραφείο) μου. Από τις αθλητικές εφημερίδες αποστήθισα ονόματα παικτών, μελέτησα αναλύσεις, ενώ το μεσημέρι από το ραδιόφωνο, άκουσα ποδόσφαιρο. Όλα μου έρχονταν δεξιά, αφού όχι μόνο νίκησε ο Παναθηναϊκός με 3-0,αλλά και ο αγαπημένος της παίκτης έβαλε δυο γκολ. Η ευδιαθεσία της λοιπόν ήταν βέβαια.

Ήρθε αναψοκοκκινισμένη, μ' ένα πράσινο κασκόλ στο λαιμό, ακόμη πιο όμορφη από το προηγούμενο βράδυ. "Τους σκίσαμε", μου είπε, κοιτάζοντας την αφίσα πίσω από το γραφείο μου, κι ένιωσα φανατικός "πράσινος".

"Να δούμε τη λογιστική σου;" τη ρώτησα.
"Ποια λογιστική;" μου απάντησε, αποδεικνύοντας ότι το ποδόσφαιρο είναι πάνω απ' όλα διαίσθηση. Καθ' ότι όμως η γνώση απαιτεί θυσίες, όπως μου έλεγε η δασκάλα μου στο δημοτικό, αυτή η ανακάλυψη μου στοίχισε μια γροθιά στο σαγόνι και τη φιλία του Χρήστου, ο οποίος έξαλλος, αφού έμαθε τα καθέκαστα, μου έκανε μια επίσκεψη αβροφροσύνης κάποιο βροχερό απόγευμα.
Έτσι έγινα υποκατάστατο του Σαραβάκου, άφησα μουστάκι για αν μη με αναγνωρίζουν και σύχναζα τις Κυριακές στα γήπεδα ζητωκραυγάζοντας αυτούς που άλλοτε αποκαλούσα "τσάτσους του Βαρδινογιάννη". Γιατί ήμουν, είμαι και θα είμαι πάντα μέσα στη καρδιά μου Ολυμπιακός…

ΥΓ. Η μεταγραφή του Σαραβάκου στην ΑΕΚ, πλήγωσε αφάνταστα τη Μαίρη, που έπαψε να πηγαίνει στο γήπεδο. Δεν ήθελε πια ούτε να ακούσει για ποδόσφαιρο. Κι εγώ τότε τόλμησα να της ομολογήσω τις πραγματικές ποδοσφαιρικές μου πεποιθήσεις. Δε μου το συγχώρησε ποτέ…

Για το Δημήτρη Σαραβάκο
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Αφίσα με το Σαραβάκο για τα 100 χρόνια ΠΑΟ (γήπεδο Λ.Αλεξάνδρας).
O Δημήτρης Σαραβάκος γεννήθηκε στις 26 Ιουλίου 1961 και είναι ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ποδοσφαιριστές.
Είναι παιδί του επίσης σημαντικού διεθνή ποσδοσφαιριστή του Πανιώνιου Θανάση Σαραβάκου, που έφυγε πρόσφατα.
Το δεξί του πόδι ήταν το καλό, ενώ έιχε μεγάλη ικανότητα στις εκτελέσεις φάουλ. Σε εκείνο που υστερούσε ήταν οι κεφαλιές, αφού και λόγω ύψους δεν προσπάθησε ιδιαίτερα να βελτιωθεί στο "ψηλό παιχνίδι".
Καριέρα
Πανιώνιος
Ξεκίνησε την καριέρα του απο τους "μικρούς" του Πανιωνίου και ως επαγγελματίας στον Πανιώνιο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μετά από μια πολύ καλή χρονιά ο Παναθηναϊκός έσπευσε να τον αποκτήσει.
Παναθηναϊκός
Στον Παναθηναϊκό έδειξε τη μεγάλη του αξία και κέρδισε πολά πρωταθλήματα, κύπελλα καθώς και την ευρωπαϊκή καταξίωση αφού με τις εντυπωσιακές του εμφανίσεις στα ευρωπαϊκά ματς ανάγκασε τη Γιουβέντους να κινηθεί για την απόκτησή του, πράγμα που δεν δέχθηκε ο Γ. Βαρδινογιάννης διότι τον θεωρούσε αναντικατάστατο. Συγκεκριμένα πρίν τις αναμετρήσεις για το κύπελο ΟΥΕΦΑ, την περίοδο 1987-1988, μεταξύ Παναθηναϊκού - Γιουβέντους (Ο.Α.Κ.Α.:1-0 Σαρβάκος, Κομουνάλε - Τορίνο:2-3 Σαρβάκος, Δημόπουλος Χρ.), στα οποία ο "μικρος" πέτυχε 2 γκολ, η τιμή του στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο έφτανε τα 300 εκ. δραχμές. Μετά αυτά τα αξέχαστα ματς η τιμή της "μετοχής" του ανέβηκε σίγουρα κι άλλο.
ΑΕΚ
Παρ' όλα αυτά ο Δημήτρης Σαραβάκος αναγκάστηκε να αφήσει τον Παναθηναϊκό το 1994, σε ηλικία 33 ετών, με προορισμό την ΑΕΚ την οποία έβαλε για πρώτη φορά στους ομίλους του Τσάμπιονς Λίγκ με τις αναγεννημένες εμφανήσεις του εναντίον της Ρέιτζερς.

Η επιστροφή στον Παναθηναϊκό
Η αγάπη του για τον Παναθηναϊκό τον έφερε ξανά πίσω στην ομάδα για να κλείσει την καριέρα του στην ομάδα της καρδιάς του, χωρίς όμως να έχει την παλαιότερη αποδοχή από το σύλλογο και με μόνο στήριγμα τους φίλαθλους του Παναθηναϊκού.
Με τον Παναθηναϊκό αγωνίστηκε σε 373 αγώνες, σκόραρε 200 τέρματα και έφτασε με την ομάδα στους 4 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών Ευρώπης και στους 8 του Κυπέλλου ΟΥΕΦΑ. Ντεμπούτο στην Ευρώπη έκανε το 1984 στην Ολλανδία, στον Αγώνα Φέγενορτ - ΠΑΟ 0-1, στον οποίο σκόραρε με πέναλτι το οποίο είχε κερδίσει ο Θανάσης Δημόπουλος.

Ομάδες
1983-1984 Πανιώνιος
1984-1994 Παναθηναϊκός
1994-1997 ΑΕΚ
1997-1998 Παναθηναϊκός
Τίτλοι
5 Πρωταθλήματα Ελλάδας 1984,1986, 1990, 1991,1994
9 Κύπελλα Ελλάδας 1979, 1986, 1988, 1989, 1991, 1993, 1994, 1996, 1997
Εθνική Ελλάδος
Ο Δημήτρης Σαραβάκος ήταν και βασικότατο στέλεχος της Εθνικής Ελλάδος και αγωνίστηκε το διάστημμα 1982-1994. Είναι δεύτερος σκόρερ στην ιστορία της Εθνικής με 22γκολ σε 78 συμμετοχές. Συμμετείχε στην ομάδα που διεκδίκησε την πρόκριση για το Euro 1988, συνέβαλε στη μεγάλη επιτυχία της πρόκρισης στο Παγκόσμιο Κύπελλο της Αμερικής το 1994και προσπάθησε για κάτι καλύτερο στους αγώνες του μουντιάλ.
Υπόλοιπες δραστηριότητες
Μετά την αποχώρησή του από τα γήπεδα ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο 5Χ5 στην άμμο παράλληλα με επιχειρηματικές δραστηριότητες, ενώ αθρογραφούσε σε αθλητικές εφημερίδες. Μετά από έντεκα χρόνια επέστρεψε στον Παναθηναϊκό μετέχοντας στο διοικητικό σχήμα.